ἔκτισις , v. ἔκτεισις . ἔκτισμα , v. ἔκτεισμα . ἔκτισις, A. v. ἔκτεισις .ἔκτισμα, v. ἔκτεισμα .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἔκτισις , v. ἔκτεισις . ἔκτισμα , v. ἔκτεισμα . ἔκτισις, A. v. ἔκτεισις .ἔκτισμα, v. ἔκτεισμα .