ἐφέσσαι , ἔφεσσαι , ἐφέσσεσθαι , v. ἐφίζω . ἐφέστα: τὸ έσπερινὸν δίκτυον , Hsch. ἐφέσσαι,ἔφεσσαι,ἐφέσσεσθαι, A. v. ἐφίζω .ἐφέστα: τὸ έσπερινὸν δίκτυον, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐφέσσαι , ἔφεσσαι , ἐφέσσεσθαι , v. ἐφίζω . ἐφέστα: τὸ έσπερινὸν δίκτυον , Hsch. ἐφέσσαι,ἔφεσσαι,ἐφέσσεσθαι, A. v. ἐφίζω .ἐφέστα: τὸ έσπερινὸν δίκτυον, Hsch.
set upon ἐφίζω, Dor. ἐφίσδω Theoc. 5.97 : I. causal, in Ep. aor. ἐφέσσαι, ἐφέσσασθαι:—set upon, once in Hom. in Act. ,τούς μ' ἐκέλευσα Πύλονδε καταστῆσαι καὶ ἐφέσσαι setmeashore, Od. 13.274 :—more