ἐώα: ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα , Hsch. ; cf. ὄα, ὤα , also ὑποδίφθερος . ἔῳγα , ἔῳγμαι , v. οἴγνυμι . ἔωθα , ἐώθεα , v. ἔθω . ἐώα: ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα, Hsch. ; cf.ὄα, ὤα,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐώα: ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα , Hsch. ; cf. ὄα, ὤα , also ὑποδίφθερος . ἔῳγα , ἔῳγμαι , v. οἴγνυμι . ἔωθα , ἐώθεα , v. ἔθω . ἐώα: ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα, Hsch. ; cf.ὄα, ὤα,
to be accustomed, to be wont ἔθω, A. to be accustomed, to be wont:pres.only inpart.,κακὰ πόλλ' ἕρδεσκεν ἔθωνmuch ill he wroughtafter his wont, Il. 9.540 ; οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες 16.260 (in
to have a custom ἔθω, to be accustomed, to be wont: present only in participle, κακὰ πόλλ᾽ ἕρδεσκεν ἔθων much ill he wrought after his wont, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 9.540; οὓς παῖδ