ἠγάνεα: πέμματα τὰ ἀπὸ τηγάνου , Hsch. ; cf. ἤγανον . ἠγανές: καθαρόν, νέον , and ἠγάν<ε>ος: νεανίσκος , Id. ἠγάνεα: πέμματα τὰ ἀπὸ τηγάνου, Hsch. ; cf.ἤγανον.ἠγανές: καθαρόν, νέον, andἠγάν<ε>ος: νεαν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἠγάνεα: πέμματα τὰ ἀπὸ τηγάνου , Hsch. ; cf. ἤγανον . ἠγανές: καθαρόν, νέον , and ἠγάν<ε>ος: νεανίσκος , Id. ἠγάνεα: πέμματα τὰ ἀπὸ τηγάνου, Hsch. ; cf.ἤγανον.ἠγανές: καθαρόν, νέον, andἠγάν<ε>ος: νεαν