ἐξηττάομαι , strengthd. for ἡττάομαι, τῆς σπουδῆς Plu. Alex. 14 ; διαβολῶν Arr. An. 7.12.5 ; ὑπὸ κακοῦ ib. 4.9.1 ; ὑπὸ λόγου Ph. 1.179 . ἐξηττάομαι, strengthd. for A. ἡττάομαι, τῆς σπουδῆς Plu. Ale
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐξηττάομαι , strengthd. for ἡττάομαι, τῆς σπουδῆς Plu. Alex. 14 ; διαβολῶν Arr. An. 7.12.5 ; ὑπὸ κακοῦ ib. 4.9.1 ; ὑπὸ λόγου Ph. 1.179 . ἐξηττάομαι, strengthd. for A. ἡττάομαι, τῆς σπουδῆς Plu. Ale
ἧττα , ἡττάομαι , ἡττάω , ἥττων , Att. for ἡσσ- . ἧττα,ἡττάομαι,ἡττάω,ἥττων, Att. forἡσσ-.