ἰαριγμόν: χαράν, καὶ θροῦν , Hsch. ἰαροχρείαν: τὴν ὀσφῦν (Ital.), Id.:—also ἰαροχρής: καθαρός, θύσιμος , Id. (For ἱερο- .) ἰαρπάλαμος: ἀκρόχειρος , Id. ἱάρωμα: κοσμάριον παιδικόν , Id. ἰαριγμόν: χαράν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἰαριγμόν: χαράν, καὶ θροῦν , Hsch. ἰαροχρείαν: τὴν ὀσφῦν (Ital.), Id.:—also ἰαροχρής: καθαρός, θύσιμος , Id. (For ἱερο- .) ἰαρπάλαμος: ἀκρόχειρος , Id. ἱάρωμα: κοσμάριον παιδικόν , Id. ἰαριγμόν: χαράν