ἰθμαίνω: ἀσθμαίνω , Hsch. ἰθμία: ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κόπρος , Id. ἰθμίν (sic) : περιστόμιον, περιτραχήλιον, ἢ στεφανίς , Id. (cf. ἴσθμιον ). ἰθμαίνω: ἀσθμαίνω, Hsch. ἰθμία: ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κό
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἰθμαίνω: ἀσθμαίνω , Hsch. ἰθμία: ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κόπρος , Id. ἰθμίν (sic) : περιστόμιον, περιτραχήλιον, ἢ στεφανίς , Id. (cf. ἴσθμιον ). ἰθμαίνω: ἀσθμαίνω, Hsch. ἰθμία: ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κό