ἵκαντι , v. ἵκω . ἰκάντιν: εἴκοσιν , Hsch. (cf. ϝίκατι ). ἵκαντι, A. v. ἵκω .ἰκάντιν: εἴκοσιν, Hsch. (cf.ϝίκατι).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἵκαντι , v. ἵκω . ἰκάντιν: εἴκοσιν , Hsch. (cf. ϝίκατι ). ἵκαντι, A. v. ἵκω .ἰκάντιν: εἴκοσιν, Hsch. (cf.ϝίκατι).