κὰπατᾶ (sic): κατακόψεις (Paph.), Hsch. κάπατας: καθορῶν , Euclusap. Hsch. (leg. καπατάς , cf. ἰμπάταὁν, ἰνκαπάταὁν ). κὰπατᾶ(sic):κατακόψεις(Paph.), Hsch. κάπατας: καθορῶν, Euclusap. Hsch. (leg.καπα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κὰπατᾶ (sic): κατακόψεις (Paph.), Hsch. κάπατας: καθορῶν , Euclusap. Hsch. (leg. καπατάς , cf. ἰμπάταὁν, ἰνκαπάταὁν ). κὰπατᾶ(sic):κατακόψεις(Paph.), Hsch. κάπατας: καθορῶν, Euclusap. Hsch. (leg.καπα
cake, ἴμοροι: πόλεμοι, Hsch. ἴμπασις, A. v. ἔμπασις .ἰμπάταὁν: ἔμβλεψον(Paph.), Id.ἰμπλατία,ἡ, Arc. forἐμπλ-, a sacrificialcake, IG 5(2).4 (Tegea,iv B.C.).ἰμπολά, v. ἐμπολή .ἰμπόλης: ληπτής, Hsch.