ἴηλα , v. ἰάλλω . ἰήλεμος , ἰηλεμίζω , ἰηλεμίστρια , Ἰηλυσός , Ion. for ἰᾱλ- . ἰηλενές: πορφυροῦν, μέλαν , Hsch. ἴηλα, A. v. ἰάλλω .ἰήλεμος,ἰηλεμίζω,ἰηλεμίστρια,Ἰηλυσός, Ion. forἰᾱλ-.ἰηλενές: πορφυρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἴηλα , v. ἰάλλω . ἰήλεμος , ἰηλεμίζω , ἰηλεμίστρια , Ἰηλυσός , Ion. for ἰᾱλ- . ἰηλενές: πορφυροῦν, μέλαν , Hsch. ἴηλα, A. v. ἰάλλω .ἰήλεμος,ἰηλεμίζω,ἰηλεμίστρια,Ἰηλυσός, Ion. forἰᾱλ-.ἰηλενές: πορφυρ
Ἰᾱλυσός , Ion. Ἰηλυσός , ἡ , one of the three Dorian cities of Rhodes, Il. 2.656 , Hdt. 1.144 , Pi. O. 7.74 , Timocr. 1.7 , Str. 14.2.12 : Ἰαλυσία , ἡ , its territory, D.S. 5.57 :— Adj. Ἰηλύσιος , α ,