ὄες: κώδια, Hsch. ὄεσσι , Ep. dat. pl. of ὄϊς, οἶς (q. v.). ὀέσχαι: μηλωταί, βαῖται, ἤγουν δερμάτιναι, Id. ὀέτεας παρὰ τοῖς βαρβάροις, ὁ καλλίθριξ, Id. (v. οἰέτεας, and cf. ἀετέα, αὐετῆ, ὐετής, Id.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὄες: κώδια, Hsch. ὄεσσι , Ep. dat. pl. of ὄϊς, οἶς (q. v.). ὀέσχαι: μηλωταί, βαῖται, ἤγουν δερμάτιναι, Id. ὀέτεας παρὰ τοῖς βαρβάροις, ὁ καλλίθριξ, Id. (v. οἰέτεας, and cf. ἀετέα, αὐετῆ, ὐετής, Id.).