ὄλειρ: ἔλειος μῦς, Hsch. ὀλέ-κρανον , ὀλεθρ-κρανίζω , v. ὠλ-. ὄλειρ: ἔλειος μῦς, Hsch. ὀλέ-κρανον,ὀλεθρ-κρανίζω, A. v. ὠλ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὄλειρ: ἔλειος μῦς, Hsch. ὀλέ-κρανον , ὀλεθρ-κρανίζω , v. ὠλ-. ὄλειρ: ἔλειος μῦς, Hsch. ὀλέ-κρανον,ὀλεθρ-κρανίζω, A. v. ὠλ-.