ὀχρός: ὀχούμενος, φερόμενος , Hsch. ὀχρύνει: βαίνει , Id. ὀχυρίαι: αἱ ἀσφάλειαι καὶ οἷον ὀχυρότητες Sch.Patm. D. ( BCH 1.154 ). ὀχρός: ὀχούμενος, φερόμενος, Hsch. ὀχρύνει: βαίνει, Id.ὀχυρίαι: αἱ ἀσφά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀχρός: ὀχούμενος, φερόμενος , Hsch. ὀχρύνει: βαίνει , Id. ὀχυρίαι: αἱ ἀσφάλειαι καὶ οἷον ὀχυρότητες Sch.Patm. D. ( BCH 1.154 ). ὀχρός: ὀχούμενος, φερόμενος, Hsch. ὀχρύνει: βαίνει, Id.ὀχυρίαι: αἱ ἀσφά