ὁμήρησις , v. ὁμούρησις. ὁμήρησις, A. v. ὁμούρησις.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὁμήρησις , v. ὁμούρησις. ὁμήρησις, A. v. ὁμούρησις.
ὁμουρ-έω , ὁμούρ-ησις , ὁμούρ-ιος , ὅμουρ-ος , Ion. for ὁμορέω, etc.; but ὁμούρησις , Att. for ὁμήρησις (a word not found elsewhere), Hsch. ὁμουρ-έω,ὁμούρ-ησις,ὁμούρ-ιος,ὅμουρ-ος, Ion. forὁμορέω,etc.;
fellow-feeling, sympathy συμπάθ-εια[πᾰ],ἡ , A. fellow-feeling, sympathy, Arist. Pr. 7 tit., etc.; τῆς ἐλαίας πρὸς τὴν ἄμπελον Gp. 9.14.1 ;pity, οὐδεμίαν ς. λαμβάνειν D.S. 13.57 ;mea ς. myself-pit