ὀθέτη: ἅμαξα ἡμιονική, Hsch. (Cf. ὄθιζα. ) ὀθεύει: ἄγει, φροντίζει, Id. (Cf. ὀθρεῖν, and v. sq.) ὀθέω , only ὀθέων: φροντίζων, and ὄθεσαν: ἐπεστράφησαν, Id. ὄθη: φροντίς, ὤρα, φόβος, λόγος, Id. ὄθημον
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀθέτη: ἅμαξα ἡμιονική, Hsch. (Cf. ὄθιζα. ) ὀθεύει: ἄγει, φροντίζει, Id. (Cf. ὀθρεῖν, and v. sq.) ὀθέω , only ὀθέων: φροντίζων, and ὄθεσαν: ἐπεστράφησαν, Id. ὄθη: φροντίς, ὤρα, φόβος, λόγος, Id. ὄθημον