ὑελῖτις , ὕελος , ὑελουργεῖον , ὑελουργός , ὑελοῦς , v. ὑαλ-. ὑελῖτις,ὕελος,ὑελουργεῖον,ὑελουργός,ὑελοῦς, A. v. ὑαλ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὑελῖτις , ὕελος , ὑελουργεῖον , ὑελουργός , ὑελοῦς , v. ὑαλ-. ὑελῖτις,ὕελος,ὑελουργεῖον,ὑελουργός,ὑελοῦς, A. v. ὑαλ-.