ῥάστωρ: κρατήρ , Hsch. (cf. ῥαίστωρ ). ῥατάναν: τορύνην , Id. (cf. βρατάναν , also ῥοταρία ). ῥάτερος , α , ον , Dor. Comp. of ῥᾴδιος (q. v.). ῥατίζει: πρεσβεύει , Id. ῥατιχεύειν: καταρᾶσθαι , Id. ϝρά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ῥάστωρ: κρατήρ , Hsch. (cf. ῥαίστωρ ). ῥατάναν: τορύνην , Id. (cf. βρατάναν , also ῥοταρία ). ῥάτερος , α , ον , Dor. Comp. of ῥᾴδιος (q. v.). ῥατίζει: πρεσβεύει , Id. ῥατιχεύειν: καταρᾶσθαι , Id. ϝρά
easy, ready ῥᾴδιος(ῥαιδ-correctly in early texts, PCair.Zen. 367.20 (iii B.C.), etc., laterῥαδ-, Diog.Oen. 10 , etc.),α,ον: Ep. and Ion. ῥηί̈διος[ῐδ],η,ον , as always in Hom. ;ῥῄδιος,η,ον, Thgn. 574