ῥουδόν , v. ῥυδόν . ῥουμάζεται: φρίττει , Hsch. ῥοῦς , ὁ , Att. contr. for ῥόος . v. ῥόον . ῥουδόν, A. v. ῥυδόν .ῥουμάζεται: φρίττει, Hsch. ῥοῦς,ὁ, Att. contr. forῥόος. II. v. ῥόον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ῥουδόν , v. ῥυδόν . ῥουμάζεται: φρίττει , Hsch. ῥοῦς , ὁ , Att. contr. for ῥόος . v. ῥόον . ῥουδόν, A. v. ῥυδόν .ῥουμάζεται: φρίττει, Hsch. ῥοῦς,ὁ, Att. contr. forῥόος. II. v. ῥόον .