συνωδίνω [ῑ],
A. to be in travail together,ς. κακοῖς share in the agony ofwoes, E. Hel. 727 ; οἱ συνωδίνοντες ὄρνιθες
Arist. EE 1240a36
;οἱ ἄρρενες ταῖς θηλείαις ς. Ael. NA 3.45 :— Pass. , στεροπῇσι συνωδίνοντο κεραυνοί
Nonn. D. 2.507
.
to be in travail together
συνωδίνω [ῑ],
A. to be in travail together,ς. κακοῖς share in the agony ofwoes, E. Hel. 727 ; οἱ συνωδίνοντες ὄρνιθες
Arist. EE 1240a36
;οἱ ἄρρενες ταῖς θηλείαις ς. Ael. NA 3.45 :— Pass. , στεροπῇσι συνωδίνοντο κεραυνοί
Nonn. D. 2.507
.