τραῦμα,ατος,τό, Ion.
τρῶμα
Hdt. 1.18 , al., Hp. VC 2 , al.; Dor. alsoτρῶμα, Theoc. 21.50 :—
A. wound, hurt,
ἀποθνῄσκειν ἐκ τῶν τ.
Hdt. 2.63
; τελευτᾶν ἐκ τοῦ τ.
Id. 3.29
; τραυμάτων ἐτύγχανεν
A. Ag. 866
; πολλὰ τραύματ' ἐν στέρνοις λαβών
Id. Fr. 362
, cf. Plu. Pyrrh. 7 ; ὑφ' ὧν πολλὰ τραύματ' εἰληφώς
D. 18.262
; πολλὰ τραύματ' ἔχων
X. HG 4.3.20
; τραύματα ὑπὸ τῶν πολεμίων τοσαῦτα ἔχων