LSJεὐᾰγήςGlossεὐᾰγής (B), ές , ̔ἄγνυμἰ = καλῶς κεκλασμένος , Suid. , cf. EM 266.3 .εὐᾰγής(B),ές , ̔ἄγνυμἰA.= καλῶς κεκλασμένος , Suid. , cf. EM 266.3 .ReferencesSuid.EM 266.3