εὐᾱγής,ές, (v. fin.)
A. bright, clear,εὐᾱγέος ἠελίοιο(cf. ἁγής
11
) Parm. 10.2 ;καθαρὰ καὶ εὐαγέα, of the sun and heavenly bodies, Hp. Insomn. 89 , cf. Democr. ap. Thphr. Sens. 73 , 78 ; λευκῆς χιόνος . . εὐαγεῖς βολαί
E. Ba. 662
;εὐαγέστερον γίγνεσθαι, opp.σκοτωδέστερα φαίνεσθαι καὶ ἀσαφῆ, Pl. Lg. 952a ;εὐαγέστατος, opp.θολερώτατος, of air, Id. Ti. 58d ; χεύων ὁλκὰν εὐαγῆ
Lyr.Alex.Adesp. 35.19
;σὺν . . εὀαγεῖ(alsoεὐαγεῖ, εὐαυγεῖ) Υγιείᾳ
Pae.Erythr. 15
, al.; ὀφθαλμοί
Aret. SA 2.4
, Adam. 1.13 .
2. metaph.,alert, ἄνθρωποι
Hp. Vict. 2.62
( v.l. γίνεται εὐαγής (sc.ἥ τε ὄψις καὶ ἡ ἀκοή), cf.εὐαγέα( v.l. εὐπαγέα )καὶ εὐήκοαibid.).