κᾰκόω,
A. maltreat, distress, in Hom. always of persons, κεκακωμένοι ἐν Πύλῳ ἦμεν, ἐλθὼν γάρ ῥ' ἐκάκωσε βίη Ἡρακληείη
Il. 11.689
;μηδὲ . . κάκου κεκακωμένον afflictnotthe afflicted, Od. 4.754 ; ἠμὲν κυδῆναι . . βροτὸν ἠδὲ κακῶσαι
16.212
, cf. 20.99 ; ὅσοι παθόντες εὖ κακοῦσί μ' ἐκδίκως
A. Pr. 976
;κ. [θεὸς] δῶμα
Id. Fr. 156
; κ. τοὺς ἀναιτίους
E. HF 1162
; τοὺς Ἀθηναίους
Th. 8.32
; τὸν δῆμον
Lys. 13.91
; ἑαυτούς
Pl. Mx. 248c