καταθύμιος [ῡ],α,ον, alsoος,ον
Eumel. 13 :—
A. in the mindorthoughts, ὄφρα ἔπος εἴπωμι τό μοι καταθύμιόν ἐστιν
Od. 22.392
;μηδέ τί τοι θάνατος κ. ἔστωlet not death sitheavy on thy heart, Il. 10.383 , cf. 17.201 .
II. according to one's mind, τῷ Ἰθωμάτᾳ κ. ἔπλετο Μοῖσα
Eumel.
l.c.; οὔτι μάλ' ἀνθρώποις κ. πάντα τελεῖται
Thgn. 617
, cf. 1086 ; Μαρδονίῳ τὰ σφάγια οὐ δύναται κ. γενέσθαι
Hdt. 9.45
;ἐούσης ταύτης[γυναικός] οἱ καταθυμίης
Id. 5.39
;τί γὰρ ἥδιον ἀνθρώπῳ γυναικὸς καταθυμίας; Antipho Soph. 49 , cf. Muson. Fr. 14p.74H. ;παῖς κ. Democr. 277 ; ὄρνις
Lyr.Alex.Adesp. 4