ἀνάκειμαι, poet.ἄγκ-, serving as Pass. toἀνατίθημι,
A. to be laid upas a votive offering in the temple,to be dedicated,
κρητῆρές οἱ . . ἓξ χρύσεοι ἀνακέαται
Hdt. 1.14
; ἀ. ἐν ἱρῷ
Id. 2.135
; πρὸς τοῖς ἱεροῖς
Lys. 10.28
: metaph., αἶνος Ὀλυμπιονίκαις ἄγκειται
Pi. O. 11(10).8
, cf. 13.36 ;λόγος τῷ θεῷ ἀ,
Pl. Smp. 197e ; ἐν οὐρανῷ παράδειγμα ἀ
R. 592b
.
b. to be set upas a statue in public, Σόλων ἀνάκειται παράδειγμα
D. 19.251
, cf. IG 14.1389i8 ; χρύσεοί κ' ἀνεκείμεθα