προσδέω(A),
A. bind onorto, πρὸς ὕπερον τὸ ξύλον
Hp. Fract. 13
; αὐλίσκον πρὸς κύστιν
Id. Nat.Puer. 17
; χρυσαῖς σειραῖς τὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ξόανον τῇ βάσει
D.S. 17.41
:— Med. , σιδήριον ὀξὺ -δησάμενος πρὸς τὸν δάκτυλον
Hp. Morb. 2.28
:— Pass. , ἥμισυ ἀσκοῦ οἱ προσδέδεται
Hdt. 6.119
; κύνας προσδεδέσθαι νυκτερεύοντας
Aen.Tact. 22.14
: metaph., ἡδονῇ π.
J. AJ 5.2.7
.
2. c. acc. only,attach, τοὺς κάλους