προσδέω(B),
A. need besides, c. gen. rei,λύπης τι προσδεῖς; E. HF 90 ; [ τόπους] ποτιδέοντας βοαθείας
SIG 569.7
(Halasarna,iii B.C.);to be deficient in, ἐὰν δέ του προσδέῃ τόδε τὸ ψήφισμα τῶν περὶ τὸν ἀπόστολον
IG 22.1629.264
, cf. Supp.Epigr. 3.674.18 (Rhodes,ii B.C.,ποτι-).
2. mostly impers.προσδεῖ,there is still need of, c. gen. rei, ὡς ἐκκαυμάτων μή μοι μεταξὺ προσδεήσειεν
S. Fr. 225
; ναυτικὸν οὗπερ ὑμῖν μάλιστα προσδεῖ
Th. 3.13
, cf. 1.68 , X. An. 5.6.1 , IG 22.204.66 ; εἴ τινος ἔτι π. τῇ συγκράσει
Pl. Phlb. 64b
;προσδεῖν ἔφη πρὸς τὸν μισθόν that there was wantingsomethingto makeitup, Lys. 19.22 ; τὸ ἐπίλοιπον, οὗ προσέδει εἰς τὰς εἴκοσι μνᾶς
D. 59.31