πτοέωandπτοιέω,fut.
A.
-ήσω
AP 7.214
( Arch. ): Ep.
aor. ἐπτοίησα, Aeol.
ἐπτόαισα(v. infr.):— Pass. , Ep.
aor.
ἐπτοιήθην
Call. Dian. 191
:pf. ἐπτόημαι, Ep.
ἐπτοίημαι(v. infr.):—terrify, scare,
AP l.c.:— Pass. ,to be scared, dismayed, φρένες ἐπτοίηθεν
Od. 22.298
; ἐξ ὕπνου κέκραγεν ἐπτοημένη
A. Ch. 535
;ἐπτοημένας δεινοῖς δράκουσινby serpents, E. El. 1255 (s. v.l.); ἔβαλλε χεῖρας ἐπτοημένας