;πυκνοῖς ὄσσοις δεδορκώς, of Argus, A. Pr. 678 ;πεπλεκτανημέναι π. δράκουσιν, of the Furies, Id. Ch. 1050 ; ofthick-fallingrain, snow, etc., πυκνῆς ἀκοῦσαι ψακάδος
: c.inf.,πυκνοτέραν εἰσαφικνεῖσθαι πᾶσιν ἀνθρώποις ποιεῖν τὴν πόλιν more frequentlyvisited by . ., X. Vect. 5.1 codd.
III. of artificial union,well put together, compact, strong,πυκινὸς δόμος, χηλός, θύραι, θάλαμος, κευθμῶνες(v. infr. B. 111.1 ), Il. 10.267 , Od. 13.68 , Il. 14.167 , Od. 23.229 , 10.283 ; ἀσπὶς ῥινοῖσιν πυκινή
Il. 13.804
; π. δῶμα
Xenoph. 17
: hence,close, concealed, πυκινὸς δόλος
Il. 6.187
; and so perhapsπ. λόχος,v.supr. 11.1 .
2. in Music,πυκνόν,τό , part of the tetrachord in which the intervals are small, defined as τὸ ἐκ δύο διαστημάτων συνεστηκὸς ἃ συντεθέντα ἔλαττον διάστημα περιέξει τοῦ λειπομένου διαστήματος ἐν τῷ διὰ τεσσάρων
Aristox. Harm. p.24M.
, cf. Plu. 2.1135b , etc.
IV. generally,strongof its kind,sore, excessive, ἄτη
Il. 24.480
; μελεδῶναι
Od. 19.516
; ἄχος
Il. 16.599
.
V. metaph. of the mind,shrewd, wise, πυκιναὶ φρένες
II. neut. sg. and pl.,πυκνόν, πυκνά, πυκινόν, πυκινάasAdv., esp. in the sensemuch, often,πήρην πυκνὰ ῥωγαλέηνamuchtorn wallet, a wallet full of holes, Od. 13.438 , 17.198 ; πυκινόν περ ἀχεύων
11.88
; τέττιξ . . καταχεύετ' ἀοιδὴν πυκνόν
Hes. Op. 584
: in Prose, πυκνὰ ἐκπίπτει ὦμος
Hp. Art. 2
; πυκνὰ ἀποβλέπειν
Pl. R. 501b
; πυκνὰ στρέφεσθαι
X. An. 6.1.8
; πυκνὸν ἀναπνεῖν
Arist. Rh. 1357b19
;πυκνότερον ἰέναι, παρέρχεσθαι, Pl. R. 328d , D. 41.24 ; πυκνότερα ἐπάγειν
Pl. Cra. 420d
.Adv.
-οτέρως
Lesb.Gramm. 23
, PLond. 5.1929
(iv A.D.): Sup.
πυκνότατα
X. Eq. 11.11
.
2. πυκινὰ φρονεῖν(v. supr. A.V) Od. 9.445 .
III. poet.Adv. πύκα[̆̆],thickly, solidly, θαλάμου πύκα ποιητοῖο