κατοικ-ητήριον, τό,
dwellingplace, abode, [[ LXX.Exo.12.20 ] LXX]; κ. θεοῦ, δαιμονίων, [[ NT.Eph.2.22, NT.Rev.18.2. ] NT]
dwelling place
κατοικ-ητήριον, τό,
dwellingplace, abode, [[ LXX.Exo.12.20 ] LXX]; κ. θεοῦ, δαιμονίων, [[ NT.Eph.2.22, NT.Rev.18.2. ] NT]