ἑσσόν: ἱμάτιον, Hsch. ἑσσόομαι , Ion. for ἡσσάομαι. ἑσσόν: ἱμάτιον, Hsch. ἑσσόομαι, Ion. forἡσσάομαι.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἑσσόν: ἱμάτιον, Hsch. ἑσσόομαι , Ion. for ἡσσάομαι. ἑσσόν: ἱμάτιον, Hsch. ἑσσόομαι, Ion. forἡσσάομαι.
ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον, Id. ἕσσωμαι , pf. Pass. of ἑσσόομαι, v. ἡσσάομαι. ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον,Id.ἕσσωμαι,pf. Pass. ofἑσσ
to be less ἡσσ-άομαι, Att. ἡττ-, S. Fr. 936 , Th. 3.57 :fut. A. ἡσσηθήσομαι E. Hipp. 727 , 976 , ἡττ- Lys. 20.32 , X. Cyr. 3.3.42 :fut. Med. ἡττήσομαιin pass. sense, Lys. 28.9 , X. An. 2.3.23