κοννοειδῆ: εἰς ὀξὺ λήγων , Hsch. (leg. κωνο -). κοννοειδῆ: εἰς ὀξὺ λήγων, Hsch. (leg.κωνο-).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κοννοειδῆ: εἰς ὀξὺ λήγων , Hsch. (leg. κωνο -). κοννοειδῆ: εἰς ὀξὺ λήγων, Hsch. (leg.κωνο-).
κοσκῐνό-ρῑνος (- ριος cod.) : εἰς κοσκίνου κατασκευὴν ῥινός , Hsch. κοσκῐνό-ρῑνος(-ριοςcod.): εἰς κοσκίνου κατασκευὴν ῥινός, Hsch.
like a lily κρῐνο-ειδής,ές, A. like a lily, Dsc. 3.128 .εις,εντος,ὁ, name of one of the Idaean Dactyls, Sch. Il. 22.391 . II. -εις,εσσα,εν,like a lily,κεραυνόςdub. cj. in Supp.Epigr. 4.386 (Panamara
λαφ-ύειν: τὸ εἰς αὑτὸν ἀσχημονεῖν , Hsch. λαφ-ύειν: τὸ εἰς αὑτὸν ἀσχημονεῖν, Hsch.
λέσπιν: μεγάλην. ὑδρηλήν. Δίδυμος τὴν καταδυομένην εἰς πέλαγος πέτραν. οἱ δὲ τὴν νοτεράν. ἄλλοι δὲ σπίδα βαθεῖαν. οἱ δὲ λόχμην , Hsch. λέσπιν: μεγάλην. ὑδρηλήν. Δίδυμος τὴν καταδυομένην εἰς πέλαγος πέ
ληθ-ηκέα: εἰς λήθην ἄγοντα φάρμακα , Hsch. ληθ-ηκέα: εἰς λήθην ἄγοντα φάρμακα, Hsch.
λημᾰτ-όομαι , in pf. Pass. λελημάτωμαι: λῆμα ἔχω εἰς τὸ ἔργον , Id. λημᾰτ-όομαι, inpf. Pass. λελημάτωμαι: λῆμα ἔχω εἰς τὸ ἔργον, Id.
λυμάχη: ἡ εἰς διαφθορὰν λύπη , Hsch. λυμάχη: ἡ εἰς διαφθορὰν λύπη, Hsch.
pour from one vessel into another μετακεν-όω, A. pour from one vessel into another, εἰς ἕτερον χῶνον PLeid.X. 84 , Orib. Fr. 75 :—henceμετακεν-ωτέον, εἰς ἕτερον ἀγγεῖον Gp. 7.15.1 .
transport μετακομ-ίζω, A. transport, κατασκευὴν ὡς αὑτούς Hell.Oxy. 12.4 ;εἰς ἀμείνω τινὰ τόπον Pl. Lg. 904e ( Pass. ); ἐπιστολὴν πρός τινα PHib. 1.82.8 (iii B.C.): metaph., of a person, εἰς τ
μεταμάθησις [ μᾰ], εως , ἡ , = ἡ ἐκ ψευδῶν δοξῶν εἰς ἀληθεῖς μεταβολή , Phlp. in Ph. 796.7 . μεταμάθησις[μᾰ],εως,ἡ, A. = ἡ ἐκ ψευδῶν δοξῶν εἰς ἀληθεῖς μεταβολή , Phlp. in Ph. 796.7 .
departure, withdrawal μεταχώρ-ησις,εως,ἡ, A. departure, withdrawal, εἰς τοὺς θεούς Arr. Fr. 134 J. II. change of direction, in pl., Procl. Hyp. 1.27 : generally,change, τοῦ δ̄ εἰς ζ̄ Eust. 1259.6
μύζω (B), = μυζάω, [τοὺς καλάμους] λαβόντα εἰς τὸ στόμα μύζειν X. An. 4.5.27 . μύζω(B), A. = μυζάω, [τοὺς καλάμους] λαβόντα εἰς τὸ στόμα μύζειν X. An. 4.5.27 .
mill-house μῠλ-ών,ῶνος,ὁ, A. mill-house, Th. 6.22 , Inscr.Délos 445.22 (ii B.C.);εἰς μ. καταβαλεῖνto condemn [a slave] to work themill, E. Cyc. 240 ; εἰς μ. ἐμπεσεῖν Lys. 1.18 ; ἐν τῷ μ. εἶναι D.
next year, νέω(D), Dor. Adv., in the phraseἐς νέω, A. = εἰς νέωτα ,next year, Riv.Fil. 56.266 (Cyrene, dub.),v.l. in Theoc. 15.143 (cf. Riv.Fil. 56.413 );εἰς νέωνdub. in BGU 958c13 (iii A.D.).
victory νῖκος, -ους, τό late form of νίκη, [in LXX: La 3:18 (נֶצַח), I Est.3:9, 2Ma.10:38, 4Ma.17:12; εἰς ν. (instead of εἰς τέλος, Job.14:20), 2Ki.2:26, Job.36:7, Amo.1:11 8:7, Jer.3:5, La 5:20 (נֶצ
ὀδαξ-ώδης , ες , = ὀδαξητικός , Aret. SD 2.9 , etc. ; ὀ. εἰς ἡδονήν ib. 11 . ὀδαξ-ώδης,ες, A. = ὀδαξητικός , Aret. SD 2.9 , etc. ;ὀ. εἰς ἡδονήνib. 11 .
ὀλοοίτροπα: παρὰ Ῥοδίοις ἑπτὰ πλάσματα εἰς θυσίαν, Hsch. ὀλοοίτροχος , v. ὀλοίτροχος. ὀλοοίτροπα: παρὰ Ῥοδίοις ἑπτὰ πλάσματα εἰς θυσίαν, Hsch. ὀλοοίτροχος, A. v. ὀλοίτροχος.
ὄπισσος: εἰς τοὐπίσω ἐπάνω φέρεσθαι, Hsch. ὀπίσσω , v. ὀπίσω. ὄπισσος: εἰς τοὐπίσω ἐπάνω φέρεσθαι, Hsch. ὀπίσσω, A. v. ὀπίσω.
when(-ever) 1. of Time, correlated to πότε, much like ὅτε: 2. with the indicative, when , Lat. quando, (Homer): —; εἰς ὁπότε, with future, when, by what time , λέγειν εἰς ὁπότ᾽ ἔσται (Aeschines Orato
lawless, violent παράνομ-ος,ον, A. lawless, violent,ὀργά, δάκος, E. Ba. 997 (lyr.), Tr. 284 (lyr.) ; π. δὴ . . δόξει γεγονέναι ἐκ νομίμου Pl. R. 539a ; εἰς γυναῖκας καὶ εἰς τὴν ἄλλην δίαιταν Antis
pour out by degrees παρεκ-χέω, A. pour out by degrees, ἔκ τινος εἴς τι κατὰ σταγόνα S.E. M. 7.90 :— Pass. , Gal. 18(2).447 ; of rivers and lakes,overflow, Str. 16.2.33 , D.S. 5.47 ; alsoπ. εἰς πιμε
urge on, stimulate, incite παρορμ-άω, A. urge on, stimulate, incite,τινα X. Cyr. 2.4.10 ;εἰς τἀγαθόνib. 2.2.1 ;ἐπὶ τὰ καλὰ ἔργαib. 8.1.12 ; πρός τι Arist. MM 1206a9 , Phld. Rh. 2.60 S. ; εἰς ἀκολ
to have come round to one περιήκω, A. to have come round to one,εἰς τὸν φονέα ἡ ἀρχὴ π. X. Cyr. 4.6.6 , cf. Arr. An. 4.13.4 : metaph., [κεφαλαὶ] εἰς κρανία π.are turnedinto . . , Philostr. Im. 2.19 :