μηχᾰν-ητικός , ή , όν , = μηχανικός 1.1 , X. HG 3.1.8 ( v.l. μηχανικός ): c. gen. rei, μ. τοῦ πολλοὺς φαίνεσθαι τοὺς ὀλίγους ἱππέας Id. Eq.Mag. 5.2 . μηχᾰν-ητικός,ή,όν, A. = μηχανικός 1.1 , X. HG 3
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μηχᾰν-ητικός , ή , όν , = μηχανικός 1.1 , X. HG 3.1.8 ( v.l. μηχανικός ): c. gen. rei, μ. τοῦ πολλοὺς φαίνεσθαι τοὺς ὀλίγους ἱππέας Id. Eq.Mag. 5.2 . μηχᾰν-ητικός,ή,όν, A. = μηχανικός 1.1 , X. HG 3
μίαχος: μίασμα, ἀσέβημα, κτλ ., Hsch. ; also, = τὸ δυσῶδες , Id. μιαχρός , ά , όν , = καθαρός , Id. μίαχος: μίασμα, ἀσέβημα, κτλ., Hsch. ; also, A. = τὸ δυσῶδες , Id.μιαχρός,ά,όν, = καθαρός , Id.
μῐερός , ά , όν , late form of μιαρός , Call. Hec. 1.4.7 , Epigr.Gr. 336.4 (Alexandria Troas). μῐερός,ά,όν, late form ofμιαρός, Call. Hec. 1.4.7 , Epigr.Gr. 336.4 (Alexandria Troas).
μιηφόνος , ον , = μιαιφόνος , Archil. 48 . μιηφόνος,ον, A. = μιαιφόνος , Archil. 48 .
Inschriften derjüdischen Katakombe μικκός,ά,όν, Dor. and Boeot. forμικρός, Ar. Ach. 909 , Archyt. 1 , Theoc. 5.66 , 8.64 , Call. Cer. 111 ; also (ή, όν) Ion. , A. αἱ μικκαὶ σφαῖραι Hp. Art. 3 (cod
μῑ́κυθ-ος , η , ον , Dim. of μικκός , as pr. n. [ ῑ , AP 6.355 ( Leon. ).] μῑ́κυθ-ος,η,ον, Dim. of μικκός, as pr. n. [ῑ, AP 6.355 ( Leon. ).]
the Milesians Μῑλήσιος,α,ον,Milesian, Hdt. 1.17 , etc.;Μιλήσιοι,οἱ , A. the Milesians, Id. 5.28 , etc.: prov.,πάλαι ποτ' ἦσαν ἄλκιμοιM. Anacr. 85 ;Μιλησίη(sc.χώρα),ἡ, Hdt. 5.29 :—alsoΜῑλησιακός,ή,όν,
μιλλός , ή , όν , = βραδύς , Hsch. :—hence μιλλότης , ἡ , prob. for μιλώτις in Hsch. s.v. νωχέλεια . μιλλός,ή,όν, A. = βραδύς , Hsch. :—henceμιλλότης,ἡ, prob. forμιλώτιςin Hsch. s.v. νωχέλεια .
μιλτό-πρῳρος , ον , gloss on μιλτοπάρηος , Apollon. Lex. , Hsch. μιλτό-πρῳρος,ον, A. gloss on μιλτοπάρηος , Apollon. Lex. , Hsch.
short-lived μῐνῠ-ώριος,ον, (ὥρα) A. short-lived, τέκνα AP 9.362.26 :—alsoμῐνῠ́-ωρος,ον, ib. 7.481 ( Philet. ), Tryph. 646 , cf. Musae. 305 .
μιξό-θηρος , ον , = foreg., Them. Or. 23.284a . μιξό-θηρος,ον,=foreg., Them. Or. 23.284a .
hateful μῑσ-ητός,ή,όν, A. hateful, A. Ag. 1228 , X. Mem. 2.6.21 , 3.10.5 .Adv.- τῶς, ἔχειν πρός τινα Zonar. II. μίσητος,η,ον,lustful, lewd, Cratin. 316 :—henceμῑσήτη,ἡ,prostitute, Archil. 184 (but
μισ-οίκειος , ον , = foreg., Ptol. Tetr. 164 , Cat.Cod.Astr. 2.173 . μισ-οίκειος,ον,=foreg., Ptol. Tetr. 164 , Cat.Cod.Astr. 2.173 .
hired worker μίσθιος, -α, -ον (also -ος, -ον), [in LXX: Lev.19:13 A Lev.25:50, Job.7:1 (שָׂכִיר), Tob.5:11, Sir.7:10 31:22 37:11 * ;] hired; as subst., ὁ μ., a hired servant: Luk.15:17, 19 15:21 (An
μῑσό-γῠνος , ον , = μισογύναιος , title of play by Atilius, Cic. Tusc. 4.11.25 , cf. Theognost. Can. 88 . μῑσό-γῠνος,ον, A. = μισογύναιος , title of play by Atilius, Cic. Tusc. 4.11.25 , cf. Theogno
μῑσο-προσήγορος , ον , = ἀπροσήγορος , Poll. 5.138 . Adv. - ως ib. 139 . μῑσο-προσήγορος,ον, A. = ἀπροσήγορος , Poll. 5.138 .Adv.-ωςib. 139 .
μιτρο-φόρος , ον , = μιτρηφόρος , Plu. 2.672a . μιτρο-φόρος,ον, A. = μιτρηφόρος , Plu. 2.672a .
of the weight of a μνᾱαῖος,α,ον, A. of the weight of a μνᾶ, λίθοι X. Eq. 4.4 , Eq.Mag. 1.16 ,v.l. in D.S. 19.109 ;on which a mina is staked, τρῆμα Amips. 20 :— alsoμνᾱϊαῖος,α,ον, Arist. Cael. 3
μνησῐκᾰκ-ητικός , ή , όν , = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 . μνησῐκᾰκ-ητικός,ή,όν, A. = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 .
destined, doomed μοιρ-ίδιος,α,ον, alsoος,ον Pi. (v. infr.): (μοῖρα):— A. destined, doomed,μ. ἆμαρ, etc., the dayof doom, Pi. P. 4.255 ; σύν τινι μοιριδίῳ παλάμᾳ Id. O. 9.26 ; μοιρίδιον ἦν Id. P.
μοίχ-ιος , α , ον , = foreg., λέκτρα AP 5.301.7 ( Agath. ). μοίχ-ιος,α,ον,=foreg., A. λέκτρα AP 5.301.7 ( Agath. ).
μολῐ́β-ινος , η , ον , = μολύβδινος , Paul.Aeg. 6.25 . μολῐ́β-ινος,η,ον, A. = μολύβδινος , Paul.Aeg. 6.25 .
μον-ώνῠχος , ον , = μῶνυξ , Gp. 16.1.12 : pl. μονώνυχα, τά , of animals, Ph. 2.353 , Gal. 18(1).359 . μον-ώνῠχος,ον, A. = μῶνυξ , Gp. 16.1.12 : pl.μονώνυχα,τά , of animals, Ph. 2.353 , Gal. 18(1).35
a stable μόνῐμος, ον, also η, ον [[“Anthologia Graeca” 12.224 (2nd c.AD: Strato Epigrammaticus)] Refs 2nd c.AD+]: (μονή, μένω):— staying in one's place, stable, [[ 5th c.BC: Hippocrates Medicus “περὶ