ὀρει-ώτης , ου, Dor. ὄρει-ας , α , ὁ , = ὀρεσσιβάτης , AP 9.824 ( Eryc. ). ὀρει-ώτης,ου, Dor. ὄρει-ας,α,ὁ, A. = ὀρεσσιβάτης , AP 9.824 ( Eryc. ).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀρει-ώτης , ου, Dor. ὄρει-ας , α , ὁ , = ὀρεσσιβάτης , AP 9.824 ( Eryc. ). ὀρει-ώτης,ου, Dor. ὄρει-ας,α,ὁ, A. = ὀρεσσιβάτης , AP 9.824 ( Eryc. ).
ὀρειοβάτης [ᾰ] , ου , ὁ , = ὀρειβάτης , Sch. S. OC 1054 :—written ὀρηο- , Sammelb. 286.2 ( Ptol. ); ὀρεο- , ib. 294 ( Ptol. ). ὀρειοβάτης [ᾰ],ου,ὁ, A. = ὀρειβάτης , Sch. S. OC 1054 :—writtenὀρηο-, S
ὀρείτης , ου , ὁ , ( ὄρος ) name of a stone, Orph. L. 362 , 457 . a kind of hawk. Ael. NA 2.43 . ὀρείτης,ου,ὁ, (ὄρος) name of a stone, Orph. L. 362 , 457 . 2. a kind of hawk. Ael. NA 2.43 .
ὀρέσ-της , ὁ , = ἐν ὄρεσι διαιτώμενος , Phot. : elsewh. only as pr. n. Ὀρέστης , voc. Ὀρέστα, S. El. 6 , 15 , etc. ὀρέσ-της,ὁ, A. = ἐν ὄρεσι διαιτώμενος , Phot. : elsewh. only as pr. n.Ὀρέστης, voc.
ὀρθᾰγόρας , ου , ὁ , pun on a pr. n., with an obsc. allusion, Ar. Ec. 916 . ὀρθᾰγόρας,ου,ὁ, pun on a pr. n., with an obsc. allusion, Ar. Ec. 916 .
thinking ὀρθο-γνώμων,ονος,ὁ,ἡ, A. thinkingorjudging rightly, ψυχή Hp. Ep. 17 ;ὀ. ἐπιμονή,transl. of 'Rebekah', Ph. 1.549 .
straight-horned, ὀρθο-κέρως,ωτος,ὁ,ἡ, A. straight-horned, βοῦς A. Fr. 74.2 ;upright-horned, ἔλαφοςEpic.in Arch.Pap. 7p.4 ;ὀ. φρίκηhorrorwhich makes the hair stand up like horns, S. Fr. 875 : Poll
ὀρθό-νοτος , ὁ , v. ὀρθρόνοτος. ὀρθό-νοτος,ὁ, A. v. ὀρθρόνοτος.
upright on their feet, ὀρθό-πους,ὁ,ἡ,πουν,τό, gen.ποδος, A. upright on their feet, ὀ. βαίνοντες ἄνις . . τιθήνης Nic. Al. 419 . II. steep, ὀρθόποδος ὑπὲρ πάγου S. Ant. 985 (lyr.); cf. ὄρθιος
dawn ὄρθρος, -ου, ὁ [in LXX for שַׁחַר, בֹּקֶר, etc. ;] daybreak, dawn: ὄρθρου βαθέως (M, Pr., 73), at early dawn, Luk.24:1; ὄρθρου, Jhn.8:2; ὑπὸ τὸν ὄ., Act.5:21 (cf. MM, xviii).† (AS)
ὀρίας ἄνεμος, ὁ , = ὀρεστίας , Arist. ap. Ach.Tat. Intr.Arat. 33 . ὀρίας ἄνεμος,ὁ, A. = ὀρεστίας , Arist. ap. Ach.Tat. Intr.Arat. 33 .
ὀρῑγᾰν-ίων , ὁ , name of a frog, Batr. 256 . ὀρῑγᾰν-ίων,ὁ, name of a frog, Batr. 256 .
ὁριο-δείκτης , ου , ὁ , = ὁριστής 1 , AB 287 , BGU 426.1 (ii/iii A.D.) , PAmh. 2.83.5 (iii/iv A.D.) :—hence ὁριο-δεικτέω , BGU 983.17 (ii A.D.) . ὁριο-δείκτης,ου,ὁ, A. = ὁριστής 1 , AB 287 , BGU 42
ὁρκ-ιστής , οῦ , ὁ , v. ὁρκωτής. ὁρκ-ιστής,οῦ,ὁ, A. v. ὁρκωτής.
ὄρκ-ῡνος , ὁ , = ὄρκυς , Dorio and Hices. ap. Ath. 7.315c , d, Ael. NA 1.40 , Opp. H. 3.132 , etc.; also ὀρκύαλος ( v.l. ὄρκυνος ), Xenocr. ap. Orib. 2.58.140 . ὄρκ-ῡνος,ὁ, A. = ὄρκυς , Dorio and Hi
ὁρκοῦρος , ὁ , v. ἑρκοῦρος. ὁρκοῦρος,ὁ, A. v. ἑρκοῦρος.
ὁρμ-ητίας , ου , ὁ , = sq., Eust. 1819.24 . ὁρμ-ητίας,ου,ὁ,=sq., Eust. 1819.24 .
ὀρν-εώτης , ου , ὁ , = ὀρνιθευτής , Poll. 7.198 . ὀρν-εώτης,ου,ὁ, A. = ὀρνιθευτής , Poll. 7.198 .
ὀρνῑθο-θηρευτής , οῦ , ὁ , = ὀρνιθευτής , Sch. Ar. Av. 526 . ὀρνῑθο-θηρευτής,οῦ,ὁ, A. = ὀρνιθευτής , Sch. Ar. Av. 526 .
ὀρνῑθο-λόγος , ὁ , v. sq. ὀρνῑθο-λόγος,ὁ,v.sq.
ὀρνῑθό-μαντις , εως , ὁ , = ὀρνεόμαντις , Hsch. s.v. οἰωνοπόλοι. ὀρνῑθό-μαντις,εως,ὁ, A. = ὀρνεόμαντις , Hsch. s.v. οἰωνοπόλοι.
hen ὄρνις, -ιθος, ὁ, ἡ [in LXX: ὄ. ἐκλεκταί, I2Ki.3:1 4:23 (3Ki.5:3) (בַּרְבֻּר)* ;] a bird; specif., a cock, a hen: Mat.23:3, Luk.13:34 (WH).† (AS)
ὀρο-φοίτης , ου , ὁ , = ὀρειφοίτης , EM 461.27 . ὀρο-φοίτης,ου,ὁ, A. = ὀρειφοίτης , EM 461.27 .
Ὀρομπάτας , α , ὁ , epith. of Zeus at Amathus, Hermes 50.158 . Ὀρομπάτας,α,ὁ, epith. of Zeus at Amathus, Hermes 50.158 .