to do good ἀγαθοεργέω, -ῶ, to do good, show kindness: 1 Ti 6:18 (Cremer, 8).† ἀγαθουργέω, -ῶ, contracted form (rare, see WH, App., 145) of ἀγαθοερ- (which see), to do good: Act.14:17.† (AS)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
to do good ἀγαθοεργέω, -ῶ, to do good, show kindness: 1 Ti 6:18 (Cremer, 8).† ἀγαθουργέω, -ῶ, contracted form (rare, see WH, App., 145) of ἀγαθοερ- (which see), to do good: Act.14:17.† (AS)
ἀγγοπήνια: τὰ τῶν μελισσῶν κηρία . Hsch. , Suid. ἀγγόρπη: ᾧ τοὺς ἐλέφαντας τύπτουσι σιδήρψ , Hsch. ἀγγοπήνια: τὰ τῶν μελισσῶν κηρία. Hsch. , Suid. ἀγγόρπη: ᾧ τοὺς ἐλέφαντας τύπτουσι σιδήρψ, Hsch.
αἰπυ-κέρως , ων , gen. ω, = ὑψίκερως , EM 37.38 , Suid. αἰπυ-κέρως,ων, gen.ω, A. = ὑψίκερως , EM 37.38 , Suid.
ἄκερως , ων , gen. ω , = ἀκέρατος , Pl. Plt. 265b , Ael. NA 2.53 , Max. Tyr. 17.5 . ἄκερως,ων, gen.ω, A. = ἀκέρατος , Pl. Plt. 265b , Ael. NA 2.53 , Max. Tyr. 17.5 .
ἀλείφιον: ᾧ χρῶνται οἱ ἀλεῖπται , Hsch. ἀλείφιον: ᾧ χρῶνται οἱ ἀλεῖπται, Hsch.
shameless, ἀναιδής,ές, (αἰδώς) A. shameless,of Agamemnon, ὦ μέγ' ἀναιδές Il. 1.158 ; of Penelope's suitors, Od. 1.254 , al.; ὦ θρέμμ' ἀναιδές S. El. 622 . 2. c. gen.,Κυδοιμὸν ἀναιδέα δηϊοτῆτος r
ἀναρυστῆρα: ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἀνιμᾶται, Hsch. ἀναρυστῆρα: ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἀνιμᾶται, Hsch.
ἀνῐέρ-ειος , ον , = ᾧ ἱερεῖα μὴ θύεται , AB 405 , Suid. ἀνῐέρ-ειος,ον, A. = ᾧ ἱερεῖα μὴ θύεται , AB 405 , Suid.
ἄχρως , ων , gen. ω, = ἄχροος , Hp. Epid. 7.85 , Pl. Chrm. 168d , Arist. Metaph. 989b9 . ἄχρως,ων, gen.ω, A. = ἄχροος , Hp. Epid. 7.85 , Pl. Chrm. 168d , Arist. Metaph. 989b9 .
βδεῦ , ( βδέω ) comic parody on Ζεῦ, ὦ Βδεῦ δέσποτα Com.Adesp. 28 . βδεῦ, (βδέω) comic parody on A. Ζεῦ, ὦ Βδεῦ δέσποτα Com.Adesp. 28 .
pennyroyal, Mentha Pulegium βλήχων,ἡ(laterὁ, Gp. 8.7 ), gen.ωνος, alsoβληχώ, gen.οῦς; Ion. γλήχων,βληχ-ώ, Dor. γλάχων,βληχ-ώ(on the forms see Phryn. PS p.53 B. , Sch. Ar. Pax 711 ), dat. A. γλήχω
βού-κερας , αος (also βούκερον , τό , Hippiatr. 117 , dat. -ῳ Thphr. HP 8.8.5 ), τό , = τῆλις , Il. cc., Nic. Al. 424 . βού-κερας,αος(alsoβούκερον,τό, Hippiatr. 117 , dat. A. -ῳ Thphr. HP 8.8.5 ),
δῠνᾰ́τ-ης , ου , ὁ , poet. for δυνάστης, ὦ δυνάτα A. Pers. 674 (lyr., cod. Med. ). δῠνᾰ́τ-ης,ου,ὁ, poet. for A. δυνάστης, ὦ δυνάτα A. Pers. 674 (lyr., cod. Med. ).
to lose heart ἐκκακέω, -ῶ, see: ἐνκακέω. ἐν-κακέω, -ῶ (LTr., ἐγκ-; Rec. ἐκκ-; cf. WH, Notes, 157 f.; κακός, cowardly), [in Sm.: Gen.27:46, Num.21:5, Pro.3:11, Isa.7:16 *;] to lose heart : Luk.18:1,
ἐνωδάς: ἐν ᾧ ὁ ἴουλος ἐπιγίνεται, Hsch. ἐνωδάς: ἐν ᾧ ὁ ἴουλος ἐπιγίνεται, Hsch.
ἐπαρδ-εύω , = ἐπάρδ-ω , Nonn. D. 11.166 ; γῆ ἐ. τοῖς φυτοῖς τροφήν Gal. 4.625 . ἐπαρδ-εύω,= ἐπάρδ-ω, Nonn. D. 11.166 ; A. γῆ ἐ. τοῖς φυτοῖς τροφήν Gal. 4.625 .
apply ἐπονομ-άζω, A. applya word (accus.)as a nameto a thing (dat.),ᾧ γένει κέραμον ἐπωνομάκαμενto which sort wehave given the namepottery, Pl. Ti. 60d ; ᾧ τὸ " ἔστιν " ἐπονομάζεις Id. Tht. 185c ;
ἡρώ-ιος , α , ον ,= ἡρωικός, ἀρεταί Pi. O. 13.51 ; πομπαί Id. N. 7.46 [ω̆] . ἡρώ-ιος,α,ον,= A. ἡρωικός, ἀρεταί Pi. O. 13.51 ; πομπαί Id. N. 7.46 [ω̆].
θρήττανον: τῆς ἁμάξης ἐφ' ᾧ τὰ ἀγόμενα ἐπιτίθεται , Hsch. θρήττανον: τῆς ἁμάξης ἐφ' ᾧ τὰ ἀγόμενα ἐπιτίθεται, Hsch.
κατάπλεως , ων , gen. ω , Att. for κατάπλεος . κατάπλεως,ων, gen.ω, Att. forκατάπλεος.
κέλετρον: ᾧ τοὺς ἰχθύας θηρῶσιν ἐν τοῖς ποταμοῖς , Hsch. κέλετρον: ᾧ τοὺς ἰχθύας θηρῶσιν ἐν τοῖς ποταμοῖς, Hsch.
to obtain κληρόω, -ῶ [in LXX: 1Ki.14:41 (לָכַד ni.), Est.4:11 A (קָרָא ni.), Isa.17:11 * ;] __1. to cast lots. __2. to choose by lot. __3. to assign by lot, assign a portion: pass., ἐν ᾧ καὶ ἐκληρ
κορακ-έως , ω , ὁ , = κορώνεως , Hermipp. 51 . κορακ-έως,ω,ὁ, A. = κορώνεως , Hermipp. 51 .
κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος , Hsch. κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος, Hsch.