a carminative medicine, ὀξῠ-πόριος,ον(sc.φάρμακον), A. a carminative medicine,Ps.- Gal. 19.717 , Aët. 5.68 ; [τροφή] Philum. ap. eund. 9.23 :—alsoὀξῠ́-πορος,ον, Gal. 14.751 , Orib. Fr. 46 , etc.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
a carminative medicine, ὀξῠ-πόριος,ον(sc.φάρμακον), A. a carminative medicine,Ps.- Gal. 19.717 , Aët. 5.68 ; [τροφή] Philum. ap. eund. 9.23 :—alsoὀξῠ́-πορος,ον, Gal. 14.751 , Orib. Fr. 46 , etc.
with pointed bottom, ὀξῠ-πύθμενος,ον, A. with pointed bottom,of shell-fish, Xenocr. ap. Orib. 2.58.85 ( Comp. ;-μενοί τεcodd.).πυκνος,ον,in the higher region of the πυκνόν(q. v.), φθόγγος Cleonid. H
ὀξῠ́-φθογγος , ον , = ὀξύφωνος , Ath. 14.633f , AP 6.51 . ὀξῠ́-φθογγος,ον, A. = ὀξύφωνος , Ath. 14.633f , AP 6.51 .
ὀξῠ-ωπός , όν , = ὀξυωπής 1 , Arist. HA 618b8 , PA 657b26 . ὀξῠ-ωπός,όν, A. = ὀξυωπής 1 , Arist. HA 618b8 , PA 657b26 .
by the same father, ὄπατρος,ον, A. = ὁμοπάτριος ,by the same father, κασίγνητος καὶ ὄπατρος Il. 11.257 , 12.371 :—alsoὀπάτριος,ον, Lyc. 452 .
ὀπισθ-έκτιτος , ον , gloss on παλίντιτος , Hsch. ὀπισθ-έκτιτος,ον, A. gloss on παλίντιτος , Hsch.
ὀπισθ-ίδιος , α , ον , = sq., Sophr. 50 , Call. Dian. 151 , AP 9.482 ( Agath. ). ὀπισθ-ίδιος,α,ον,=sq., Sophr. 50 , Call. Dian. 151 , AP 9.482 ( Agath. ).
ὀπισθό-ποντος , ον ( -πονδ<> ος cod.), sine expl., Theognost. Can. 83 . ὀπισθό-ποντος,ον(-πονδ<>ος cod.), sine expl., Theognost. Can. 83 .
ὀπισθότερος , α , ον , = ὀπίστερος , Arat. 148 . ὀπισθότερος,α,ον, A. = ὀπίστερος , Arat. 148 .
hindmost ὀπίστατος,η,ον, (ὄπισθε) A. hindmostorlast, αἰὲν ἀποκτείνων τὸν ὀ. Il. 8.342 , 11.178 :— Comp. ὀπίστερος,α,ον, Arat. 284 , Nonn. D. 7.189 : c. gen., ib. 37.436 , al.—No posit. occurs.
ὀρει-πλᾰνής , ές , ib. 9.291 (in form ὀριπλ- ); and ὀρεί-πλᾰνος , ον , ib. 16.184 ( ὀριπλ-, v.l. ὀρειπλ- ); = foreg. ὀρει-πλᾰνής,ές, ib. 9.291 (in formὀριπλ-); andὀρεί-πλᾰνος,ον, ib. 16.184 (ὀριπλ-,
ὀρεικός , ή , όν , v. ὀρικός. ὀρεικός,ή,όν, A. v. ὀρικός.
ὀρειονόμος , ον , = ὀρεινόμος , AP 6.14 (Antip. Sid.), 240 ( Phil. ); prob. cj. in Anaxil. 12 ; cf. ὀρεινόμος. ὀρειονόμος,ον, A. = ὀρεινόμος , AP 6.14 (Antip. Sid.), 240 ( Phil. ); prob. cj. in Anax
of ὄρειος,α,ον, alsoος,ον Plu. 2.965c , Luc. Demon. 2 , DDeor. 20.3 ; Ep. οὔρειος:— A. oforfrom the mountains, mountain-haunting, νύμφην οὐρείην h.Merc. 244 , cf. Hes. Fr. 198 , Phoronis 2 ; thi
ὀρεο-τύπος [ῠ] , ον , v. ὀρειτύπος. ὀρεο-τύπος [ῠ],ον, A. v. ὀρειτύπος.
ὀρεσῐ-δρόμος , ον , = ὀρειδρόμος , Nonn. D. 2.442 , 32.134 . ὀρεσῐ-δρόμος,ον, A. = ὀρειδρόμος , Nonn. D. 2.442 , 32.134 .
ὀρεσῐ-κοίτης , ου, = ὀρειλεχής , Sch.rec. S. OT 1100 ; ὀρεσίκοιτος , ον , gloss on ὀρεσκῴοισιν , Hsch. ὀρεσῐ-κοίτης,ου, A. = ὀρειλεχής , Sch.rec. S. OT 1100 ;ὀρεσίκοιτος,ον, gloss on ὀρεσκῴοισιν , H
ὀρεσῐ́-οικος , ον , = ὀρείοικος , Hsch. s.v. ὀρεσκῴοισιν. ὀρεσῐ́-οικος,ον, A. = ὀρείοικος , Hsch. s.v. ὀρεσκῴοισιν.
ὀρεσῐ́-τροφος , ον , = ὀρείτροφος , in Hom. always epith. of the lion, Il. 12.299 , Od. 6.130 , al. ; βούτης Nonn. D. 15.204 . ὀρεσῐ́-τροφος,ον, A. = ὀρείτροφος , in Hom. always epith. of the lion,
ὀρεσῐ́-φοιτος , ον , = ὀρείφοιτος , Corn. ND 34 . ὀρεσῐ́-φοιτος,ον, A. = ὀρείφοιτος , Corn. ND 34 .
ὀρέσκῐος , ον , = sq., of Dionysus, AP 9.524.16 . ὀρέσκῐος,ον,=sq., of Dionysus, AP 9.524.16 .
ὀρέσσαυλος , ον , = ὀρείαυλος , APl. 4.233 ( Theaet. ), Coluth. 107 . ὀρέσσαυλος,ον, A. = ὀρείαυλος , APl. 4.233 ( Theaet. ), Coluth. 107 .
ὀρεσσῐ́-γονος , ον , poet. = ὀρειγενής , A. Fr. 168 , Ar. Ra. 1344 , BMus.Inscr. 902 (Halic., iii B. C. ). ὀρεσσῐ́-γονος,ον, poet. A. = ὀρειγενής , A. Fr. 168 , Ar. Ra. 1344 , BMus.Inscr. 902 (Halic
ὀρεσσῐ-δρόμος , ον , = ὀρεσιδρόμος , Orph. A. 21 . ὀρεσσῐ-δρόμος,ον, A. = ὀρεσιδρόμος , Orph. A. 21 .