κτερ-ίσματα , τά , = κτέρεα , only pl., S. OC 1410 , El. 434 , 931 , E. Supp. 309 , Tr. 1249 , Hel. 1391 . κτερ-ίσματα,τά, A. = κτέρεα , only pl., S. OC 1410 , El. 434 , 931 , E. Supp. 309 , Tr. 124
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κτερ-ίσματα , τά , = κτέρεα , only pl., S. OC 1410 , El. 434 , 931 , E. Supp. 309 , Tr. 1249 , Hel. 1391 . κτερ-ίσματα,τά, A. = κτέρεα , only pl., S. OC 1410 , El. 434 , 931 , E. Supp. 309 , Tr. 124
κύφαλα , τά , etym. of κύμβαλα , EM 545.33 . κύφαλα,τά, etym. ofκύμβαλα, EM 545.33 .
λάγδην , Adv. = λάξ, τὰ σώφρονα λ. πατεῖται S. Fr. 683.3 . λάγδην,Adv. A. = λάξ, τὰ σώφρονα λ. πατεῖται S. Fr. 683.3 .
λάμια [ ᾰ], τά , = χάσματα , Choerob. in An.Ox. 2.239 (where Λοίμια ), EM 555.50 ; cf. λάμβαι, λάμος . λάμια[ᾰ],τά, A. = χάσματα , Choerob. in An.Ox. 2.239 (whereΛοίμια), EM 555.50 ; cf.λάμβαι, λάμο
λαξ-ικός , ή , όν , = λαξευτικός , POxy. 498.34 (ii A. D.) . λαξικά, τά , tax on stone-cutting, PFay. 44.6 (i B. C.) . λαξ-ικός,ή,όν, A. = λαξευτικός , POxy. 498.34 (ii A. D.). II. λαξικά,τά ,tax
smooth λεῖος,α,ον, A. smoothto the touch, [αἴγειρος] Il. 4.484 ; λ. ὥσπερ ἔγχελυς Ar. Fr. 218 , cf. Eup. 338 ;χῆμαι, χηραμβίς, PCair.Zen. 82.12 (iii B.C.), Hsch. s.v. χήμη; τὰ τραχέα καὶ τὰ λ. X.
pigment-powder λείωμα,ατος,τό, (λειόω) A. pigment-powder,τὰ ἄκρατα λ., τὰ ὑδαρέστερα λ., Thphr. Lap. 55 .
λέκρανα , τά , = ἀγκῶνες , Hsch. , Phot. ; cf. ὀλέκρανον . λέκρικα: σειραί, σχοινία , Hsch. ; cf. λείκρικα . λεκροί , = λικροί (q.v.). λέκρανα,τά, A. = ἀγκῶνες , Hsch. , Phot. ; cf.ὀλέκρανον.λέκρικα
λευκο-είμων , = λευχείμων, τᾷ ἐσθᾶτι Melissa Ep. 11.1 . λευκο-είμων, A. = λευχείμων, τᾷ ἐσθᾶτι Melissa Ep. 11.1 .
Λευκοφρῠ-ηνά , τά , festival of Artemis Leucophryene, SIG 561.26 ( Magn. Mae., iii B.C. ), al. Λευκοφρῠ-ηνά,τά, festival of Artemis Leucophryene, SIG 561.26 ( Magn. Mae.,iii B.C.), al.
λῐνο-κάρυκες: οἱ τὰ λινὰ πωλοῦντες , Hsch. λῐνο-κάρυκες: οἱ τὰ λινὰ πωλοῦντες, Hsch.
λῐνο-τόμοι: οἱ τὰ λίνα διατέμνοντες καὶ ὑγιῆ δεικνύντες , i.e. conjurers, Hsch. λῐνο-τόμοι: οἱ τὰ λίνα διατέμνοντες καὶ ὑγιῆ δεικνύντες, i.e. conjurers, Hsch.
λῐπο-μορία: δένδρον τὰ ἐκ τοῦ θωρακίου κατεαγός, ἐκ δὲ τῆς ῥίζης φέρον βλαστούς , Hsch. λῐπο-μορία: δένδρον τὰ ἐκ τοῦ θωρακίου κατεαγός, ἐκ δὲ τῆς ῥίζης φέρον βλαστούς, Hsch.
λιχμ-άς: θρῖναξ, καὶ ἁπαλὴ πόα καὶ χαμαιπετής, ἣν τὰ ἑρπετὰ ἐπιλείχουσι , Hsch. λιχμ-άς: θρῖναξ, καὶ ἁπαλὴ πόα καὶ χαμαιπετής, ἣν τὰ ἑρπετὰ ἐπιλείχουσι, Hsch.
λοίσθωνας: τοὺς ἀκρατεῖς περὶ τὰ ἀφροδίσια , Hsch. : cf. λοισθώνη: ἡ θρασεῖα , Suid. λοιτεύειν: θάπτειν , and λοίτη: τάφος , Hsch. λοίσθωνας: τοὺς ἀκρατεῖς περὶ τὰ ἀφροδίσια, Hsch. : cf.λοισθώνη: ἡ θρ
λόχια , τά , and Λοχία , ἡ , v. λόχιος . λόχια,τά, andΛοχία,ἡ, A. v. λόχιος .
λόχμ-ιος , ον , = λοχμαῖος, τράγος AP 6.32 ( Agath. ); τὰ λόχμια, = λόχμη , Ps.- Luc. Philopatr. 10 ( δόχμια codd.). λόχμ-ιος,ον, A. = λοχμαῖος, τράγος AP 6.32 ( Agath. );τὰ λόχμια, = λόχμη , Ps.-
λύγαια: τὰ περὶ ταῖς χερσὶ ψέλλια , Hsch. λύγαια: τὰ περὶ ταῖς χερσὶ ψέλλια, Hsch.
Λύκαια , τά , v. Λυκαῖος 111 . Λύκαια,τά, A. v. Λυκαῖος 111 .
to be a cook, cook meat μᾰγειρ-εύω, A. to be a cook, cook meat, Thphr. Char. 6.5 , Plu. 2.704a , Porph. Abst. 3.18 : c. acc., μ. τὰ ἱερεῖα Ath. 4.173d , cf. Chor. in Reu.Phil. 1.232 :— Pass. ,τὰ μα
μάδρυα , τά , for μαλόδρυα, = κοκκύμηλα , Seleuc. ap. Ath. 2.50a . μάδρυα,τά, forμαλόδρυα, A. = κοκκύμηλα , Seleuc. ap. Ath. 2.50a .
μαζάκις: δόρυ Παρθικόν , Hsch. μαζάρυγξ: τὰ ἐπὶ τῷ πότῳ ἐπιόντα , Id. μαζάκις: δόρυ Παρθικόν, Hsch. μαζάρυγξ: τὰ ἐπὶ τῷ πότῳ ἐπιόντα, Id.
μᾰλᾰ́κ-εια , τά , = μαλάκια , Opp. H. 1.638 . μᾰλᾰ́κ-εια,τά, A. = μαλάκια , Opp. H. 1.638 .
μάμματα , τά , = βρώματα , Sch. Pl. Alc. 1.118e ; cf. μάματα . μάμματα,τά, A. = βρώματα , Sch. Pl. Alc. 1.118e ; cf.μάματα.