ἀμπελό-καρπον , τό , = ἀπαρίνη , Dsc. 3.90 . ἀμπελό-καρπον,τό, A. = ἀπαρίνη , Dsc. 3.90 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀμπελό-καρπον , τό , = ἀπαρίνη , Dsc. 3.90 . ἀμπελό-καρπον,τό, A. = ἀπαρίνη , Dsc. 3.90 .
ἀμπέχονον , τό , = ἀμπεχόνη , Ar. Fr. 320.7 , IG 2.754 , Theoc. 15.21 . ἀμπέχονον,τό, A. = ἀμπεχόνη , Ar. Fr. 320.7 , IG 2.754 , Theoc. 15.21 .
ἀμπλᾰ́κ-ιον , τό , = ἀμπλακία , Pi. P. 11.26 . ἀμπλᾰ́κ-ιον,τό, A. = ἀμπλακία , Pi. P. 11.26 .
ἀμπῠκ-τήριον , τό , = foreg., S. OC 1069 . ἀμπῠκ-τήριον,τό,=foreg., S. OC 1069 .
ἀμπῠ́κ-ωμα , τό , = sq., Id. Fr. 1002 (pl.). ἀμπῠ́κ-ωμα,τό,=sq., Id. Fr. 1002 (pl.).
ἀμυγδᾰλ-έλαιον , τό , = ἔλαιον ἀμυγδάλινον , [ Gal. ] 14.519 . ἀμυγδᾰλ-έλαιον,τό, A. = ἔλαιον ἀμυγδάλινον , [ Gal. ] 14.519 .
ἀμυγδᾰ́λ-ιον , τό , Dim. of ἀμυγδάλη, Hp. Morb. 2.64 . ἀμυγδᾰ́λ-ιον,τό, Dim. of ἀμυγδάλη, Hp. Morb. 2.64 .
ἀμύγδαλ-ον , τό , = ἀμυγδάλη , Hp. Morb. 3.15 , Hermipp. 63 , Arist. HA 614b15 , Dsc. 1.123 , etc.; = ἀμυγδαλῆ , LXX Ec. 12.5 . ἀμύγδαλ-ον,τό, A. = ἀμυγδάλη , Hp. Morb. 3.15 , Hermipp. 63 , Arist. H
ἀμυκάλαι: αἱ ἀκίδες τῶν βελῶν, παρὰ τὸ ἀμύσσειν, Hsch. ἀμύκαρις: πλῆθος, ἄθροισμα, πλούσιον, πολύ, Id. ἀμυκάλαι: αἱ ἀκίδες τῶν βελῶν, παρὰ τὸ ἀμύσσειν, Hsch. ἀμύκαρις: πλῆθος, ἄθροισμα, πλούσιον, πο
ἀμυλᾶτον , τό , = ἄμυλος 11 , Sch. Ar. Pax 1195 . ἀμυλᾶτον,τό, A. = ἄμυλος 11 , Sch. Ar. Pax 1195 .
ἀμυροιραῖνος: ὁ μὴ μυσαττόμενος τὸ ῥαίνεσθαι, Hsch. ἀμυροιραῖνος: ὁ μὴ μυσαττόμενος τὸ ῥαίνεσθαι, Hsch.
ἄμυρον , τό , = ἀτρακτυλίς , Ps.- Dsc. 3.93 . ἄμυρον,τό, A. = ἀτρακτυλίς , Ps.- Dsc. 3.93 .
ἀμύσχεσθαι: τὸ ξέειν τὰς σάρκας τοῖς ὄνυξιν, Hsch. ἀμυσχῆναι: καθᾶραι, ἁγνίσαι, Id. ἀμύσχεσθαι: τὸ ξέειν τὰς σάρκας τοῖς ὄνυξιν, Hsch. ἀμυσχῆναι: καθᾶραι, ἁγνίσαι,Id.
ἀμφι-σμίλη , ἡ , and ἀμφί-σμιλον , τό , prob. ff. ll. for -μηλον (q. v.), Gal. 2.574 , 581 . ἀμφι-σμίλη,ἡ, andἀμφί-σμιλον,τό, prob. ff. ll. for-μηλον(q. v.), Gal. 2.574 , 581 .
ἀμφίεκτον , τό , measure between ἡμίεκτον and ἀμφορεύς, dub. in Them. Or. 8.113d . ἀμφίεκτον,τό, measure betweenἡμίεκτονandἀμφορεύς,dub. in Them. Or. 8.113d .
ἀμφίον , ου , τό , = ἀμφίεσμα , S. Fr. 420 (anap.), D.H. 4.76 , Sch. Arat. 1073 (pl.): ἀμφία καὶ οἰκήσεις IG 3.60 . (From ἀμφί, as ἀντίος from ἀντί; ἄμφιον acc. to Sch.D.T. p.196 H.) ἀμφίον,ου,τό, A.
ἀμφόδιον , τό , Dim. of sq., Luc. Rh.Pr. 24 , EM 557.46 (as v.l.). ἀμφόδιον,τό, Dim. of sq., Luc. Rh.Pr. 24 , EM 557.46 (as v.l.).
ἀμφορ-είδιον (not -ίδιον ), τό , Dim. of ἀμφορεύς, Ar. Pax 202 , al. ἀμφορ-είδιον(not-ίδιον),τό, Dim. of ἀμφορεύς, Ar. Pax 202 , al.
ἀμφόρ-ιον , τό , Dim. of ἀμφορεύς, Gloss. ἀμφόρ-ιον,τό, Dim. of ἀμφορεύς, Gloss.
ἀμφύσκῃ: τῇ χειρὶ κυρτωθείσῃ, ἔνιοι δὲ τὸ λεῖκνον, Hsch. ἀμφύσκῃ: τῇ χειρὶ κυρτωθείσῃ, ἔνιοι δὲ τὸ λεῖκνον, Hsch.
ἀμώσας: κρεμάσας ( Tarent. ), Hsch. ἄμωτον , τό , = καστάνειον , Ageloch. ap. Ath. 2.54d ; prob. cj. for μότα, Dsc. 1.106 . ἀμώσας: κρεμάσας( Tarent. ), Hsch. ἄμωτον,τό, A. = καστάνειον , Ageloch.
ἀνα-παυστόν: τὸ μηκώνιον, Hsch. ἀνα-παυστόν: τὸ μηκώνιον, Hsch.
ἀνά-σεισμα , ατος , τό , = foreg., D.H. 14.9 . ἀνά-σεισμα,ατος,τό,=foreg., D.H. 14.9 .
ἀνά-στρεμμα , ατος , τό , f.l. for ἀνάβλεμμα in X. Cyn. 4.4 . ἀνά-στρεμμα,ατος,τό, A. f.l. for ἀνάβλεμμα in X. Cyn. 4.4 .