wordy, talkative στωμ-ύλος[ῠ],ον , alsoη,ον Luc. Musc.Enc. 10 , Im. 15 : (στόμα):— A. wordy, talkative, Ar. Ach. 429 , Pl. Erx. 397d , Theoc. 5.79 , etc.;τὰ ς. ταῦταthisnonsense, AP 9.39 ( Music. )
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
wordy, talkative στωμ-ύλος[ῠ],ον , alsoη,ον Luc. Musc.Enc. 10 , Im. 15 : (στόμα):— A. wordy, talkative, Ar. Ach. 429 , Pl. Erx. 397d , Theoc. 5.79 , etc.;τὰ ς. ταῦταthisnonsense, AP 9.39 ( Music. )
Σῠβάρ-ειος [ ᾰ], α , ον ,= Συβαριτικός , Epich. 215 . Σῠβάρ-ειος[ᾰ],α,ον ,=Συβαριτικός, Epich. 215 .
σῡβρι-ακός , ή , όν ,= πολυτελής , Hsch. σῡβρι-ακός,ή,όν,=πολυτελής, Hsch.
σύγκοινος , ον ,= κοινός , Schwyzer 197.70 (Crete, iii B.C. ): v. σύγκωμος . σύγκοινος,ον,=κοινός, Schwyzer 197.70 (Crete,iii B.C.): A. v. σύγκωμος .
συγκοιτ-άδιος , ον ,= σύγκοιτος , Hsch. ( -τάλιος cod.). συγκοιτ-άδιος,ον,=σύγκοιτος, Hsch. (-τάλιοςcod.).
συγκρῐμ-ατικός , ή , όν ,= συγκραματικός , Gal. Phil.Hist. 106 : Comp. -ώτερος Sch. E. Rh. 346 ( -κρεμ- codd.). συγκρῐμ-ατικός,ή,όν,=συγκραματικός, Gal. Phil.Hist. 106 : Comp. -ώτεροςSch. E. Rh. 346
συγχᾰρητικός , ή , όν , = sq., q.v. συγχᾰρητικός,ή,όν,=sq., q.v.
σύϊνος , η , ον , v.l. in X. An. 4.4.13 for σύειον . σύϊνος,η,ον,v.l. in X. An. 4.4.13 forσύειον.
σῡκό-πρωκτος , ον , dub. sens. in Hsch. s.v. συκιδαφόρος . σῡκό-πρωκτος,ον, dub. sens. in Hsch. A. s.v. συκιδαφόρος .
σῡκο-φάγος [ ᾰ], ον ,= συκοτράγος , Hsch. s.v. κραδοφάγος , Sch. Pl. Alc. 1.118e . σῡκο-φάγος[ᾰ],ον ,=συκοτράγος, Hsch. A. s.v. κραδοφάγος , Sch. Pl. Alc. 1.118e .
συμβᾰτ-ήριος , ον , = sq., λόγοι Th. 5.76 , D.H. 2.45 , al.; σπονδαί Ph. 1.390 , al. συμβᾰτ-ήριος,ον,=sq., A. λόγοι Th. 5.76 , D.H. 2.45 , al.; σπονδαί Ph. 1.390 , al.
συμβολ-ῐμαῖος , α , ον ,= συμβόλαιος (q.v.), Hsch. συμβολ-ῐμαῖος,α,ον,=συμβόλαιος(q.v.), Hsch.
commingled, promiscuous σύμμεικτος(on the spelling A. v. μείγνυμι ),ον, alsoη,ον Stob. 3.17.28 (v.l.):—commingled, promiscuous, καρπός Hes. Op. 563 ; σύμμεικτα . . βουκόλων φρουρήματα S. Aj. 53
consolidation σύμμεικτος (on the spelling see at {μείγνυμι}), ον, also η, ον [[ 5th c.AD: Stobaeus, Joannes 3.17.28 (variant)] Refs 5th c.AD+]:—commingled, promiscuous, καρπός [[ 8th-7th c.BC: Hesiod
σύμμολπος , ον ,= συνῳδός , E. Ion 165 (lyr.), dub. in Ath.Mitt. 24.93 (Tire, Asia Minor). σύμμολπος,ον,=συνῳδός, E. Ion 165 (lyr.), dub. in Ath.Mitt. 24.93 (Tire, Asia Minor).
συμποσι-αῖος , α , ον , = sq., Eust. 770.14 . συμποσι-αῖος,α,ον,=sq., Eust. 770.14 .
συμπόσι-ος , α , ον , = συμποτικός , EM 139.49 . συμπόσι-ος,α,ον, A. = συμποτικός , EM 139.49 .
brought together, collected συμφορ-ητός,ή,όν, (ος,ον Arist. Pol. 1286a29 ) A. brought together, collected, πόλις ἐκ πολλῶν ς. ἐθνῶν D.H. 3.10 ; Χρησμοὶ ἐκ πολλῶν τόπων Id. 4.62 ; ς. ὄχλος Id. D
συναίμων , ον , gen. ονος , = foreg., Ps.-Phoc. 206 , IG 12(8).441.15 ( Thasos ), Supp.Epigr. 1.464.9 (Galatia, iii A.D. ), prob. in E. Ph. 817 (lyr.). συναίμων,ον, gen.ονος,=foreg., Ps.-Phoc. 206 , I
being the joint συναίτιος,ον, alsoα,ον(v. infr. 2 ): 1. c. gen. rei et dat. pers.,being the jointorcontributory cause ofa thing which benefits another,ς. τινὶ ἀθανασίας helpinghimtowards . ., Isoc. 5
συναλ-ειπτός , όν , f.l. for ἀσυνάλειπτος in An.Ox. 2.412 . συναλ-ειπτός,όν, A. f.l. for ἀσυνάλειπτος in An.Ox. 2.412 .
συνάξῐμος , ον , = συνακτός , Eust. 929.32 . συνάξῐμος,ον, A. = συνακτός , Eust. 929.32 .
joined together, linked together συναπ-τός,όν, orή,όν(v. infr.), A. joined together, linked together, Χάλα συναπτοὺς ἡνίας Ar. Ec. 508 ; συναπτὰς ποιεῖν τὰς πράξεις Arist. Rh.Al. 1438b18 .Adv. -τ
συνάρθμ-ιος , ον , stronger form of ἄρθμιος , Opp. H. 5.424 . συνάρθμ-ιος,ον, stronger form ofἄρθμιος, Opp. H. 5.424 .