χρῡσεό-τευκτος , ον , = χρυσότευκτος (q. v.), Id. H. 55.18 . χρῡσεό-τευκτος,ον, A. = χρυσότευκτος (q. v.), Id. H. 55.18 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
χρῡσεό-τευκτος , ον , = χρυσότευκτος (q. v.), Id. H. 55.18 . χρῡσεό-τευκτος,ον, A. = χρυσότευκτος (q. v.), Id. H. 55.18 .
χρῡσό-γλῠφος , ον , gloss on χρυσοτόρευτος , Hsch. , Suid. χρῡσό-γλῠφος,ον, A. gloss on χρυσοτόρευτος , Hsch. , Suid.
bound with gold, set in gold, χρῡσό-δετος,ον, alsoα,ον Alc. 33 : (δέω(A)):— A. bound with gold, set in gold, σφρηγίς Hdt. 3.41 . 2. overlaidorenriched with gold, ἐλεφαντίναν λάβαν τῷ ξίφεος χρυ
shot with gold, χρῡσό-παστος,ον, alsoα,ον Alc. Fr. 90 Lobel: (πάσσω):— A. shot with gold, κυνίαl. c.;χ. τιήρηςa turbanof gold tissue, Hdt. 8.120 ;τὰ χ. ἕσθλα(Wilamowitz forἐσθλά) A. Ag. 776 (lyr.);
χρῡσο-ποίκιλτος , ον , = foreg., IG 11(2).287 B 72 (Delos, iii B. C. ), Inscr.Délos 380.63 (ii B. C.) , D.S. 18.26 . χρῡσο-ποίκιλτος,ον,=foreg., IG 11(2).287 B 72 (Delos,iii B. C.), Inscr.Délos 380.6
χρῡσο-πτέρῠγος , ον , = foreg., Μοῦσαι Him. Or. 14.37 . χρῡσο-πτέρῠγος,ον,=foreg., A. Μοῦσαι Him. Or. 14.37 .
χρῡσο-φάεννος [ᾰ] , ον , = sq., πτέρυγες Anacr. 25 . χρῡσο-φάεννος [ᾰ],ον,=sq., A. πτέρυγες Anacr. 25 .
χρῡσό-φαντος , ον , = χρυσοφανής, πλοῦτος S. Ichn. 156 . χρῡσό-φαντος,ον, A. = χρυσοφανής, πλοῦτος S. Ichn. 156 .
χρῡσόρῠτος , ον , = χρυσόρρυτος, γοναὶ , of Perseus the son of Danaë, S. Ant. 950 (lyr.). χρῡσόρῠτος,ον, A. = χρυσόρρυτος, γοναὶ , of Perseus the son of Danaë, S. Ant. 950 (lyr.).
χῠδᾰνός , ή , όν , = χυτός 1.2 , χ. γαῖα IG 7.580 ( Tanagra ). χῠδᾰνός,ή,όν, A. = χυτός 1.2 , χ. γαῖα IG 7.580 (Tanagra).
χυτρ-αῖος , α , ον , = χυτρεοῦς , Ar. Fr. 472 codd. Poll. (sed leg. χυτρεᾶν ). χυτρ-αῖος,α,ον, A. = χυτρεοῦς , Ar. Fr. 472 codd. Poll. (sed leg.χυτρεᾶν).
χύτρ-ειος , α , ον , = χυτρεοῦς, χ. πάταγος Id. Lys. 329 (lyr.). τὰ χυτρεῖα earthenware, pottery, Choerob. in An.Ox. 2.278 . χύτρ-ειος,α,ον, A. = χυτρεοῦς, χ. πάταγος Id. Lys. 329 (lyr.). II. τὰ
ψαλτῳδ-ός , όν , = ψαλμῳδός , ib. 1 Ch. 9.33 , 2 Ch. 5.12 , al., v.l. ib. Si. 47.9 . ψαλτῳδ-ός,όν, A. = ψαλμῳδός , ib. 1 Ch. 9.33 , 2 Ch. 5.12 , al.,v.l.ib. Si. 47.9 .
ψαρός (B), ά , όν , neut. ψαρόν, τό , name of a siccative powder, Paul.Aeg. 7.13.11 ; perh. cf. ψηρός. ψαρός(B),ά,όν, neut.ψαρόν,τό,name of a siccative powder, Paul.Aeg. 7.13.11 ; perh. cf.ψηρός.
ψαυκρός , ά , όν , in neut. ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν, Hsch. ; also ψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός, Id.: cf. σαυκρός. ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ
friable, powdery, crumbling, ψᾰφᾰρ-ός,ά,όν, Ion. ψαφερός,ή,όν, Hp. (v. infr.):— A. friable, powdery, crumbling, σποδός A. Th. 323 (lyr.), cf. Euph. 50 ; κόνις AP 7.315 ( Zenod. or Rhian. );ψαφα
ψᾱφερός , ή , όν , Ion. for ψαφαρός (q. v.). ψάφιγμα , v. ψήφισμα. ψᾱφερός,ή,όν, Ion. forψαφαρός(q. v.).ψάφιγμα, A. v. ψήφισμα.
ψεδών , όν , = ψίθυρος , Hsch. : cf. ψιδόνες, ψυθῶνες. ψεδών,όν, A. = ψίθυρος , Hsch. : cf.ψιδόνες, ψυθῶνες.
ψευδήμων , ον , gen. ονος , poet. for ψευδής, Nonn. D. 8.39 , AP 15.1 . ψευδήμων,ον, gen.ονος, poet. forψευδής, Nonn. D. 8.39 , AP 15.1 .
ψευδό-νιτρος , ον , Att. ψευδόλιτρος (q. v.). ψευδό-νιτρος,ον, Att. ψευδόλιτρος(q. v.).
ψεύδορκ-ος , ον , = foreg., E. Med. 1392 (anap.), Ps.-Phoc. 17 : Sup. , Ph. 1.412 . ψεύδορκ-ος,ον,=foreg., E. Med. 1392 (anap.), Ps.-Phoc. 17 : Sup. , Ph. 1.412 .
ψηρός , ά , όν , = ξηρός , Suid. ; cf. μες<ς> όψηρον , and perh. ψαρός (B). ψηρός,ά,όν, A. = ξηρός , Suid. ; cf.μες<ς>όψηρον,and perh.ψαρός(B).
ψηφῑδοφόρος , ον , = ψηφοφόρος , Hdt. 6.109 . ψηφῑδοφόρος,ον, A. = ψηφοφόρος , Hdt. 6.109 .
ψηφο-λογητός , όν , Gloss. ψηφο-λογητός,όν,Gloss.