στρογγῠ́λ-ευμα , ατος , τό ,= γογγύλωμα , Hsch. (pl.). στρογγῠ́λ-ευμα,ατος,τό,=γογγύλωμα, Hsch. (pl.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στρογγῠ́λ-ευμα , ατος , τό ,= γογγύλωμα , Hsch. (pl.). στρογγῠ́λ-ευμα,ατος,τό,=γογγύλωμα, Hsch. (pl.).
σύγ-χωσμα , ατος , τό ,= foreg., PLond. 3.1177.315 (ii A.D.) . σύγ-χωσμα,ατος,τό,= foreg., PLond. 3.1177.315 (ii A.D.).
σύγκαμμα , ατος , τό , dat. pl. συγκάμμασι ( -κλάσμασι cod.), gloss on λυγίς μασι , Hsch. (fr. συγκάμπτω ). σύγκαμμα,ατος,τό, dat. pl.συγκάμμασι(-κλάσμασιcod.), A. gloss on λυγίς μασι , Hsch. (fr.συ
σῡ́κ-ωμα , ατος , τό ,= σύκωσις , Gal. 14.778 (nisi leg. σάρκωμα ), Sch. Ar. Ra. 1278 . σῡ́κ-ωμα,ατος,τό,=σύκωσις, Gal. 14.778 (nisi leg.σάρκωμα), Sch. Ar. Ra. 1278 .
συνδῐαίτ-ημα , ατος , τό , = sq., Agath. 3.13 (pl.). συνδῐαίτ-ημα,ατος,τό,=sq., Agath. 3.13 (pl.).
συνέρημα , ατος , τό , late spelling of συναίρημα , Stud.Pal. 22.168.1 (ii A.D.) . συνέρημα,ατος,τό, late spelling ofσυναίρημα, Stud.Pal. 22.168.1 (ii A.D.).
συνέρωμα , ατος , τό , = συναίρημα , Stud.Pal. 22.182.1 (ii/iii A.D.) . συνέρωμα,ατος,τό, A. = συναίρημα , Stud.Pal. 22.182.1 (ii/iii A.D.).
συνηγόρ-ημα , ατος , τό , = συνηγορία , D.C. 37.33 (pl.), 47.11 . συνηγόρ-ημα,ατος,τό, A. = συνηγορία , D.C. 37.33 (pl.), 47.11 .
συνουσί-ασμα , ατος , = sq., Berl.Sitzb. 1934.1041 (Boeotia, Tab. Defix., pl.). συνουσί-ασμα,ατος,=sq., Berl.Sitzb. 1934.1041 (Boeotia, Tab. Defix., pl.).
συντύχημα [ ῠ], ατος , τό , = συντυχία , Apollod.Com. 23 . συντύχημα[ῠ],ατος,τό, A. = συντυχία , Apollod.Com. 23 .
σύρ-ισμα [ ῡ], ατος , τό , and συρ-ισμός , ὁ , later forms of σύριγμα, -μός ; the former in Hsch. s.v. ἄσθμα , the latter in LXX Jd. 5.16 , al., Luc. Anach. 32 . σύρ-ισμα[ῡ],ατος,τό , andσυρ-ισμός,ὁ,
σφαίρ-ισμα , ατος , τό , = σφαίρισις , Eust. 1601.61 : σφαιρισμός , ὁ , Artem. 4.69 . σφαίρ-ισμα,ατος,τό, A. = σφαίρισις , Eust. 1601.61 :σφαιρισμός,ὁ, Artem. 4.69 .
τάβλ-ωμα , ατος , τό , = δρύφακτος , Sch. Ar. Eq. 672 . τάβλ-ωμα,ατος,τό, A. = δρύφακτος , Sch. Ar. Eq. 672 .
τάγευμα , ατος , τό , dub. l. in A. Myrm. in PSI 11.1211.14 . τάγευμα,ατος,τό, dub. l. in A. Myrm. in PSI 11.1211.14 .
τάρσ-ωμα , Att. τάρρωμα , ατος , τό , = ταρσός : pl., = οἱ στίχοι τῶν κωπῶν , Poll. 1.93 . = κωπηλασία , Ar. Fr. 868 . τάρσ-ωμα, Att. τάρρωμα,ατος,τό, A. = ταρσός : pl., = οἱ στίχοι τῶν κωπῶν , Pol
τείχ-ωμα , ατος , τό , gloss on φραγμός , AB 314 :—in Plb. 4.63.2 , τε χώμασιν is now restored. τείχ-ωμα,ατος,τό, A. gloss on φραγμός , AB 314 :—in Plb. 4.63.2 ,τε χώμασινis now restored.
τετᾰ́ν-ωμα , ατος , τό , = τετάνωθρον , Crito ap. Gal. 12.446 , Aët. 8.4 . τετᾰ́ν-ωμα,ατος,τό, A. = τετάνωθρον , Crito ap. Gal. 12.446 , Aët. 8.4 .
τολύπ-ευμα [ῠ] , ατος , τό , = τολύπη , Phot. , Suid. τολύπ-ευμα [ῠ],ατος,τό, A. = τολύπη , Phot. , Suid.
τρῐχο-κόλλημα , ατος , τό , a depilatory or eye-salve for the eyelashes, Cass.Fel. 29 . τρῐχο-κόλλημα,ατος,τό, a depilatory or eye-salve for the eyelashes, Cass.Fel. 29 .
τρόφ-ημα , ατος , τό , f.l. for ῥυφ- , Hp. Fist. 7 ; for ῥοφ-, Cael.Aur. TP 4.8 (both pl.). τρόφ-ημα,ατος,τό, A. f.l. for ῥυφ- , Hp. Fist. 7 ; forῥοφ-, Cael.Aur. TP 4.8 (both pl.).
τρῶγμα , ατος , τό , = τρωγάλιον , Philox. 3.11 (pl.). τρῶγμα,ατος,τό, A. = τρωγάλιον , Philox. 3.11 (pl.).
τῠ́λ-ωμα , ατος , τό , glossed by τύμμα, Hsch. ; gloss on τύλη , Id. s.v. γονοτύλη. sole of the foot, Poll. 2.198 . τῠ́λ-ωμα,ατος,τό, glossed byτύμμα, Hsch. ; A. gloss on τύλη , Id. s.v. γονοτύλη.
τύλιγ-μα [ῠ] , ατος , τό , gloss on ἕλιξ , Hsch. τύλιγ-μα [ῠ],ατος,τό, A. gloss on ἕλιξ , Hsch.
ὕγρ-ασμα , ατος , τό , = foreg., Hp. Art. 38 (pl.), Cord. 1 . ὕγρ-ασμα,ατος,τό,=foreg., Hp. Art. 38 (pl.), Cord. 1 .