ἀπεξ-έβαι : τὸ ἀποπατεῖν (Cret.), Hsch. ἀπεξ-έβαι : τὸ ἀποπατεῖν(Cret.), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀπεξ-έβαι : τὸ ἀποπατεῖν (Cret.), Hsch. ἀπεξ-έβαι : τὸ ἀποπατεῖν(Cret.), Hsch.
ἁπλοί̈διον , τό , Dim. of ἁπλοί̈ς, PPetr. 3p.18 (iii B.C.) . ἁπλοί̈διον,τό, Dim. of ἁπλοί̈ς, PPetr. 3p.18 (iii B.C.).
ἁπλόφυλλον , τό , = ἄλυσσον , Ps.- Dsc. 3.91 (prob.l.). ἁπλόφυλλον,τό, A. = ἄλυσσον , Ps.- Dsc. 3.91 (prob.l.).
force away, force back, ἀπο-βῐάζομαλ, A. force away, force back, τὸ ὑγρόν Arist. IA 714a19 ; τὸ κωλῦον Id. Pr. 903b5 , cf. GA 737b29 , Mete. 368b10 , PPetr. 3p.39 (iii B.C.):— Pass. ,to be forc
ἀπό-ζεσμα , ατος , τό , = ἀπόζεμα , PHolm. 15.40 , al. ἀπό-ζεσμα,ατος,τό, A. = ἀπόζεμα , PHolm. 15.40 , al.
break off, ἀπο-θραύω, A. break off, νεὼς κόρυμβα A. Pers. 410 ; τοὺς ὑπερέχοντας τῶν σταχύων D.H. 4.56 : metaph., τῆς ἐλευθερίας τὸ κεφάλαιον Jul. Mis. 356b ; τοῦ ἑνὸς τὸ μερικόν Dam. Pr. 51
ἀπό-κλωμα : ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον, Hsch. ἀπό-κλωμα:ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον, Hsch.
ἀπο-κρέμασμα , ατος , τό , = foreg., αὐχένος Eust. 1334.2 . ἀπο-κρέμασμα,ατος,τό,=foreg., A. αὐχένος Eust. 1334.2 .
ἀπό-λουμα , ατος , τό , = ἀποκάθαρμα , Sch. Ar. Eq. 1401 , Eust. 1560.32 . ἀπό-λουμα,ατος,τό, A. = ἀποκάθαρμα , Sch. Ar. Eq. 1401 , Eust. 1560.32 .
ἀπο-λῠτήριον , τό , = ἐκλ. , Sch. E. Ph. 969 . ἀπο-λῠτήριον,τό, A. = ἐκλ. , Sch. E. Ph. 969 .
ἀπό-σεισμα , ατος , τό , f.l. for ὑπο- , Gal. 13.784 . ἀπό-σεισμα,ατος,τό, A. f.l. for ὑπο- , Gal. 13.784 .
ἀπο-στημάτιον [ᾰτ] , τό , Dim. of ἀπόστημα, Gal. 17(1).326 , Heliod. ap. Orib. 44.14.10 . ἀπο-στημάτιον [ᾰτ],τό, Dim. of ἀπόστημα, Gal. 17(1).326 , Heliod. ap. Orib. 44.14.10 .
to repel ἀπο-βῐάζομαι, force away, force back, τὸ ὑγρόν[[ 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “de Incessu Animalium” 714a19; τὸ κωλῦον [prev. author] “Pr.” 903b5, compare “GA” 737b29, “Mete.” 368b10, “
shoot, ἀποβλάστ-ημα,ατος,τό, A. shoot, Thphr. CP 1.20.1 : metaph., τὸ ἑαυτοῦ ἀ. πᾶς φιλεῖ Pl. Smp. 208b .
ἀπόγαλον , τό , = ἁβρότονον , Ps.- Dsc. 3.24 . ἀπόγαλον,τό, A. = ἁβρότονον , Ps.- Dsc. 3.24 .
ἀποδυσ-πέτημα , ατος , τό , = sq., Sch. Luc. Tim. 3 (pl.). ἀποδυσ-πέτημα,ατος,τό,=sq., Sch. Luc. Tim. 3 (pl.).
ἀποθέρισμα , ατος , τό , v. sub ἀπόθρισμα. ἀποθέρισμα,ατος,τό,v.subἀπόθρισμα.
ἄποινον , τό , v. ἄποινα 11.2 . ἄποινον,τό, A. v. ἄποινα 11.2 .
ἀποκᾰθᾰ́ρ-ισμα , ατος , τό , = κάθαρμα , EM 483.12 . ἀποκᾰθᾰ́ρ-ισμα,ατος,τό, A. = κάθαρμα , EM 483.12 .
ἀποκν-ητέον , Pl. R. 349a , 372a , Isoc. 8.62 ; οὐκ ἀ. τὸ φάναι μὴ συνιέναι Arist. Top. 160a21 . ἀποκν-ητέον, Pl. R. 349a , 372a , Isoc. 8.62 ; A. οὐκ ἀ. τὸ φάναι μὴ συνιέναι Arist. Top. 160a21 .
judicial sentence, condemnation ἀπόκρῐμα,ατος,τό, A. judicial sentence, condemnation( = κατάκριμα , Hsch. ), τὸ ἀ. τοῦ θανάτου 2 Ep.Cor. 1.9 . 2. (from Med. )answer, δοῦναί τισι Plb. 12.26b . 1
ἀπολάντιον , τό , perh. name of a grass, σπάρτα ἀπολαντίου PMag.Lond. 1.121.209 . ἀπολάντιον,τό, perh. name of a grass, A. σπάρτα ἀπολαντίου PMag.Lond. 1.121.209 .
peel, skin, ἀπολέπω,aor. 2 Pass. A. ἀπελέπην Hsch. :—peel, skin, ἀ. μάστιγι τὸ νῶτονcj. Ruhnk. in E. Cyc. 237 ; ὥσπερ ᾠὸν τὸ λέμμα Ar. Av. 673 ;θπίδακος ἀπολελεμμένας τὸν καυλόν withthe stalkpe
ἀπόλινον , τό , = θυμελαία , Dsc. 4.172 (v. l.). ἀπόλινον,τό, A. = θυμελαία , Dsc. 4.172 (v. l.).