ὕδρ-ωμα , ατος , τό , = ὕδρευμα , CIG 4837 ( Egypt ). ὕδρ-ωμα,ατος,τό, A. = ὕδρευμα , CIG 4837 (Egypt).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὕδρ-ωμα , ατος , τό , = ὕδρευμα , CIG 4837 ( Egypt ). ὕδρ-ωμα,ατος,τό, A. = ὕδρευμα , CIG 4837 (Egypt).
ὕλασμα [ῠ] , ατος , τό , = ὕλαγμα , Cyran. 42 (pl., s. v. l.). ὕλασμα [ῠ],ατος,τό, A. = ὕλαγμα , Cyran. 42 (pl., s. v. l.).
ὗμα , ατος , τό , ( ὕω ) gloss on ὕσμα , Erot. (pl.). ὗμα,ατος,τό, (ὕω) A. gloss on ὕσμα , Erot. (pl.).
ὑπερσάρκ-ημα , ατος , τό , = ὑπερσάρκωμα , Orib. Fr. 10 (pl.). ὑπερσάρκ-ημα,ατος,τό, A. = ὑπερσάρκωμα , Orib. Fr. 10 (pl.).
ὑπόζωσμα , ατος , τό , later form for ὑπόζωμα 11 , Plu. Rom. 7 . ὑπόζωσμα,ατος,τό, later form for A. ὑπόζωμα 11 , Plu. Rom. 7 .
ὑποκάλυμμα [κᾰ] , ατος , τό , v. ὑποκόλαμμα. ὑποκάλυμμα [κᾰ],ατος,τό, A. v. ὑποκόλαμμα.
ὑπόκλημα , ατος , τό , dub. sens. in BGU 329.22 (ii A. D.) . ὑπόκλημα,ατος,τό, dub. sens. in BGU 329.22 (ii A. D.).
ὑποστέγ-ασμα , ατος , τό , v. l. for ὑποπέτασμα in Poll. 7.208 . ὑποστέγ-ασμα,ατος,τό,v.l. forὑποπέτασμαin Poll. 7.208 .
ὑποστόρεσμα , ατος , τό , = ὑπόστρωμα , Gal. 6.447 , UP 12.3 , al. ὑποστόρεσμα,ατος,τό, A. = ὑπόστρωμα , Gal. 6.447 , UP 12.3 , al.
ὕφαμμα , ατος , τό , = ὕφασμα (but prob. a metal object), IG 22.1424a397 , 1425.402 . ὕφαμμα,ατος,τό, A. = ὕφασμα (but prob. a metal object), IG 22.1424a397 , 1425.402 .
φᾰγεδαίν-ωμα , ατος , τό , = φαγέδαινα 1 , Pall. Febr. 7 . φᾰγεδαίν-ωμα,ατος,τό, A. = φαγέδαινα 1 , Pall. Febr. 7 .
φάρχμα , ατος , τό , = φράγμα , IG 42(1).102.253 (pl., Epid., iv B. C. ). φάρχμα,ατος,τό, A. = φράγμα , IG 42(1).102.253 (pl., Epid.,iv B. C.).
φέναγμα , ατος , τό , (as if from Φενάσσω ) = φενάκισμα , Phot. φέναγμα,ατος,τό, (as if fromΦενάσσω) A. = φενάκισμα , Phot.
φενᾱ́κ-ισμα , ατος , τό , = sq., Hsch. s.v. πηληκίσματα : τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36 . φενᾱ́κ-ισμα,ατος,τό,=sq., Hsch. A. s.v. πηληκίσματα : τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36 .
φλάσ-μα , ατος , τό , Ion. for θλάσμα, Hp. Art. 36 , al. φλάσ-μα,ατος,τό, Ion. forθλάσμα, Hp. Art. 36 , al.
φληνᾰ́φ-ημα , ατος , τό , = φλήναφος , E. Ep. 5.2 (pl.). φληνᾰ́φ-ημα,ατος,τό, A. = φλήναφος , E. Ep. 5.2 (pl.).
φοινίκ-ισμα , ατος , τό , in pl., = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 ( φοινίσματα codd.). φοινίκ-ισμα,ατος,τό, in pl., A. = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 (φοινίσματαcodd.)
φόρ-εμα , ατος , τό , later form for φόρημα, Phot. , Suid. s.v. φάκελλος. φόρ-εμα,ατος,τό, later form forφόρημα, Phot. , Suid. A. s.v. φάκελλος.
χαλκ-ωμᾶς , ᾶτος , ὁ , = χαλκωματουργός , PLond. 3.1170v . 244 , 257 (iii A. D.) . χαλκ-ωμᾶς,ᾶτος,ὁ, A. = χαλκωματουργός , PLond. 3.1170v . 244 , 257 (iii A. D.).
χάρτισμα , ατος , τό , dub. sens. in PStrassb. 35.18 (v A. D.) . χάρτισμα,ατος,τό, dub. sens. in PStrassb. 35.18 (v A. D.).
χειρό-βλημα , ατος , τό , and χειρό-βλητον , τό , glossed by δράγματα, Hsch. χειρό-βλημα,ατος,τό, andχειρό-βλητον,τό, glossed byδράγματα, Hsch.
χέρμα , ατος , τό , = χάλιξ , Hsch. ; of the upper stone in an olivepress, Q.S. 14.263 (s. v.l.). χέρμα,ατος,τό, A. = χάλιξ , Hsch. ; of the upper stone in an olivepress, Q.S. 14.263 (s. v.l.).
χίραμα , ατος , τό , a disease in horses' feet, Hippiatr. 52 . χίραμα,ατος,τό, a disease in horses' feet, Hippiatr. 52 .
χλῐ́δ-ημα , ατος , τό , = χλιδή , E. IA 74 . χλῐ́δ-ημα,ατος,τό, A. = χλιδή , E. IA 74 .