κατα-ξυσμή , ἡ , gloss on δρυφή , Hsch. κατα-ξυσμή,ἡ, A. gloss on δρυφή , Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατα-ξυσμή , ἡ , gloss on δρυφή , Hsch. κατα-ξυσμή,ἡ, A. gloss on δρυφή , Hsch.
κατα-ξυστικῶς , v.l. for -ξεστικῶς (q. v.). κατα-ξυστικῶς, A. v.l. for -ξεστικῶς (q. v.).
κατά-παρσις , εως , ἡ , = foreg., ib. 61 , Aët. 16.23 , Paul.Aeg. 6.64 . κατά-παρσις,εως,ἡ,=foreg., ib. 61 , Aët. 16.23 , Paul.Aeg. 6.64 .
κατα-πασμός , ὁ , prob. f.l. for κατασπασμός , Cael.Aur. TP 1.166 . κατα-πασμός,ὁ, prob. A. f.l. for κατασπασμός , Cael.Aur. TP 1.166 .
κατα-πλασμάτιον , τό , Dim. of foreg., Sor. 1.50 . κατα-πλασμάτιον,τό, Dim. of foreg., Sor. 1.50 .
κατα-πλασμός , ὁ , = κατάπλασμα , Anon.Lond. 36.58 . κατα-πλασμός,ὁ, A. = κατάπλασμα , Anon.Lond. 36.58 .
plaster over κατα-πλάσσω, Att. κατά-ττω,fut. -πλάσω [ᾰ], A. plaster over, πηλῷ κατ' ὦν ἔπλασε τοὺς ὀφθαλμούς Hdt. 2.70 , cf. Arist. HA 612a18 ; ὄξει τὰ βλέφαρα Ar. Pl. 721 ; τὰ ὦτα κηρῷ Plu. 2.
κατα-πλαστύς , ύος , ἡ , Ion. for κατάπλασμα , Hdt. 4.75 . κατα-πλαστύς,ύος,ἡ, Ion. forκατάπλασμα, Hdt. 4.75 .
κατα-πλᾰτύς , εῖα , ύ , for πλατύς , Tz. H. 11.855 . κατα-πλᾰτύς,εῖα,ύ, forπλατύς, Tz. H. 11.855 .
κατα-πληγμός , ὁ , = κατάπληξις , LXX Si. 21.4 . κατα-πληγμός,ὁ, A. = κατάπληξις , LXX Si. 21.4 .
κατα-πλήγνυμι , = καταπλήσσω , Dam. Isid. 284 . κατα-πλήγνυμι, A. = καταπλήσσω , Dam. Isid. 284 .
strike down κατα-πλήσσω, Att. κατά-ττω,fut. A. -ξω D. 21.194 :—strike down,τινὸς εἰς τὴν κατακλεῖδα[ξίφος] PMag.Par. 1.300 : usu. metaph.,strike with amazement, astound, terrify, κατέπλησσεν ἐπὶ
κατα-πλώω , Ion. for καταπλέω . κατα-πλώω, Ion. forκαταπλέω.
κατα-πότης , ου , ὁ , = λάρυγξ , Hsch. s.v. βρόγχος , Suid. κατα-πότης,ου,ὁ, A. = λάρυγξ , Hsch. s.v. βρόγχος , Suid.
pill, bolus κατά-ποτον,τό, A. pill, bolus, v.l. for καταπότια in Hp. Acut.(Sp.) 70 , Mul. 2.133 , cj. forκατὰ ποτόνin Thphr. HP 9.20.2 : in pl.,things swallowed, Aret. CA 2.2 :— Dim. κατα-πότιον,li
κατα-σεισμός , ὁ , = foreg., Sor. 1.60 (pl.), Archig. ap. Gal. 12.657 , Aët. 6.87 . κατα-σεισμός,ὁ,=foreg., Sor. 1.60 (pl.), Archig. ap. Gal. 12.657 , Aët. 6.87 .
κατα-στᾰτήρια , τά , = ἀποπεμπτήρια, καταπαυστήρια , Hsch. κατα-στᾰτήρια,τά, A. = ἀποπεμπτήρια, καταπαυστήρια , Hsch.
κατά-στυφλος , ον , = foreg., Hsch. κατά-στυφλος,ον,=foreg., Hsch.
κατα-σχασμός , ὁ , = κατάσχασις , Gal. 11.321 , Antyll. ap. Orib. 7.16.15 , Orib. 7.18 tit. κατα-σχασμός,ὁ, A. = κατάσχασις , Gal. 11.321 , Antyll. ap. Orib. 7.16.15 , Orib. 7.18 tit.
κατα-σχαστήρ , ῆρος , ὁ , = σχαστήρ , prob. in IG 11(2).165.11 (Delos, iii B.C. ). κατα-σχαστήρ,ῆρος,ὁ, A. = σχαστήρ , prob. in IG 11(2).165.11 (Delos,iii B.C.).
hold back κατα-σχεθεῖν,inf.ofκατέσχεθον, poet.aor.2ofκατέχω(v.Σχέθω): — A. hold back, κατὰ δ' ἔσχεθε λαὸν ἅπαντα Od. 24.530 ;κάσχεθε( Ep. forκατέσχεθε) Il. 11.702 ; χειρὶ παιωνίᾳ κατασχεθών A. Sup
to be held fast κατα-σχετέος,α,ον, A. to be held fast, Sch. Ar. Ach. 258 . 2. κατα-σχετέον, abs.,one must hold back, delay, Sch. E. Ph. 1279 .
κατα-τροπά , ἁ , Dor. name of a part of the νόμος κιθαρῳδικός , Poll. 4.66 . κατα-τροπά,ἁ, Dor. name of a part of theνόμος κιθαρῳδικός, Poll. 4.66 .
κατα-φυγγάνω , = καταφεύγω , Hdt. 6.16 , Aeschin. 3.208 , PCair.Zen. 495.10 (iii B.C.) . κατα-φυγγάνω, A. = καταφεύγω , Hdt. 6.16 , Aeschin. 3.208 , PCair.Zen. 495.10 (iii B.C.).