stretched, strained, ἀτεν-ής,ές, A. stretched, strained, κισσός S. Ant. 826 (lyr.); freq. of the eyes,staring, Arist. HA 492a11 ; τὸ ἀ. τῆς ὄψεως καὶ ἄτεγκτον D.H. 5.8 ; τὴν ὄψιν εἰς τὸ ἀ. ἀπερ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
stretched, strained, ἀτεν-ής,ές, A. stretched, strained, κισσός S. Ant. 826 (lyr.); freq. of the eyes,staring, Arist. HA 492a11 ; τὸ ἀ. τῆς ὄψεως καὶ ἄτεγκτον D.H. 5.8 ; τὴν ὄψιν εἰς τὸ ἀ. ἀπερ
ἁτεροῖον: τὸ ἑτέρωθεν καὶ χωρίς, Hsch. ἁτεροῖον: τὸ ἑτέρωθεν καὶ χωρίς, Hsch.
ἀτράκτιον , τό , Dim. of ἄτρακτος, Epic. in Arch.Pap. 7.9 : pl. (written ἀτράκτεια ), POxy. 1740.2 (iii/iv A.D.) . ἀτράκτιον,τό, Dim. of ἄτρακτος,Epic. in Arch.Pap. 7.9 : pl. (writtenἀτράκτεια), POxy
ἄτριον , τό , Dor. for ἤτριον, Theoc. 18.33 , AP 15.27 ( Simm. ). ἄτριον,τό, Dor. forἤτριον, Theoc. 18.33 , AP 15.27 ( Simm. ).
ἀτρύπητος [ ῡ], ον , = ἄτρητος, τὸ οὖς ἔχειν ἀ. Plu. Cic. 26 , 2.205b . ἀτρύπητος[ῡ],ον, A. = ἄτρητος, τὸ οὖς ἔχειν ἀ. Plu. Cic. 26 , 2.205b .
ἀττᾰγ-ηνάριον , τό , Dim. of foreg., Gramm. in Gaisford Choeroboscus 1p.43 . ἀττᾰγ-ηνάριον,τό, Dim. of foreg., Gramm. in Gaisford Choeroboscus 1p.43 .
αὔγειον , τό , = ὠκιμοειδές , Ps.- Dsc. 4.28 . αὔγειον,τό, A. = ὠκιμοειδές , Ps.- Dsc. 4.28 .
αὔγιον , τό , = ἰσάτις , dub. in Ps.- Dsc. 2.184 . αὔγιον,τό, A. = ἰσάτις , dub. in Ps.- Dsc. 2.184 .
αὐλ-ητήριον , τό , a place at Tarentum, Id. αὐλ-ητήριον,τό, a place at Tarentum, Id.
αὐλ-ητρίδιον , τό , Dim. of sq., Theopomp.Hist. 205 , Com.Adesp. 25.34D. , D.L. 7.13 . αὐλ-ητρίδιον,τό, Dim. of sq., Theopomp.Hist. 205 , Com.Adesp. 25.34D. , D.L. 7.13 .
αὔλ-ισμα , ατος , τό , = sq., Sch. Opp. H. 3.5 (pl.). αὔλ-ισμα,ατος,τό,=sq., Sch. Opp. H. 3.5 (pl.).
αὐλιεῖον , τό , = αὔλιον II (nisi leg. αὔλειον ), Epigr.Gr. 1075.6 ( Erythrae ). αὐλιεῖον,τό, A. = αὔλιον II (nisi leg.αὔλειον), Epigr.Gr. 1075.6 (Erythrae).
αὐλωλάζειν: τὸ συρ<ίττ>ειν διὰ τῶν δακτύλων, Hsch. αὐλωλάζειν: τὸ συρ<ίττ>ειν διὰ τῶν δακτύλων, Hsch.
αὔξ-ημα , ατος , τό , = foreg., Hp. Oct. 11 , E. Hyps.Fr. 3ii5 (lyr.). αὔξ-ημα,ατος,τό,=foreg., Hp. Oct. 11 , E. Hyps.Fr. 3ii5 (lyr.).
the very αὐτο-άλφα,τό,-βῆτα, τό, A. the very ἄλφα, βῆτα, Arist. Metaph. 1087a9 (al. divisim).
αὐτο-βῆτα , τό , v. αὐτοάλφα. αὐτο-βῆτα,τό, A. v. αὐτοάλφα.
αὐτο-καλές: τὸ ἐπιτυχόν, συμβεβηκός, Hsch. αὐτο-καλές: τὸ ἐπιτυχόν, συμβεβηκός, Hsch.
αὐτο-φωρίᾳ ( -φορία cod.) : τὸ ἐπὶ αὐτῇ φωρᾷ ( φορᾷ cod.), Hsch. αὐτο-φωρίᾳ(-φορίαcod.): τὸ ἐπὶ αὐτῇ φωρᾷ(φορᾷcod.), Hsch.
αὐχέν-ιον , τό , Dim. of αὐχήν, An. Ox. 2.356 . = αὐχήν 11.5 , Eust. 1533.46 . αὐχέν-ιον,τό, Dim. of αὐχήν, An. Ox. 2.356 . II. = αὐχήν 11.5 , Eust. 1533.46 .
αὖχος , ους , τό , = αὔχημα , Sch. A. Pers. 871 . αὖχος,ους,τό, A. = αὔχημα , Sch. A. Pers. 871 .
ἀφελλίαι: μέλανος ἀλφός, Hsch. ἄφελμα: τὸ κάλλυντρον, Id.; cf. ὄφελμα. ἀφελλίαι: μέλανος ἀλφός, Hsch. ἄφελμα: τὸ κάλλυντρον,Id.; cf.ὄφελμα.
thing set up, ἀφίδρ-ῡμα,ατος,τό, A. thing set up,esp.imageof the gods (cf. Suid. s.v.), IG 22.1046.13 , Inscr.Prien. 112.115 , D.H. 2.22 , Str. 12.5.3 , Plu. Num. 8 , etc.; χρυσοῦς μόσχος, τὸ Αἰγυπτί
ἄφνος , εος , τό , = ἄφενος , Pi. Fr. 219 . ἄφνος,εος,τό, A. = ἄφενος , Pi. Fr. 219 .
ἀφρό-λιτρον , τό , Att. for ἀφρόνιτρον (q. v.). ἀφρό-λιτρον,τό, Att. forἀφρόνιτρον(q. v.).