ἴτ-ης , ου , ὁ , = ἰταμός , Ar. Nu. 445 , Pl. Smp. 203d ; ἴτας γε ἐφ' ἃ οἱ πολλοὶ φοβοῦνται ἰέναι Id. Prt. 349e , cf. 359c ; ἴ. καὶ πολυπράγμων D.C. 55.18 . ἴτ-ης,ου,ὁ, A. = ἰταμός , Ar. Nu. 445 , P
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἴτ-ης , ου , ὁ , = ἰταμός , Ar. Nu. 445 , Pl. Smp. 203d ; ἴτας γε ἐφ' ἃ οἱ πολλοὶ φοβοῦνται ἰέναι Id. Prt. 349e , cf. 359c ; ἴ. καὶ πολυπράγμων D.C. 55.18 . ἴτ-ης,ου,ὁ, A. = ἰταμός , Ar. Nu. 445 , P
ἷτθαι: ἧσθαι , Hsch. ἰτθέλαν: διφθέραν , Id. (cf. ἰξαλῆ ). ἰτλαί: οἷς <ἐν>τείνουσι τὰς ὤας τοῦ ὑφαινομένου μυγελεῖς (fort. Πυγελεῖς ) : οἱ δὲ τοὺς μίτους , Id. ἷτθαι: ἧσθαι, Hsch. ἰτθέλαν: διφθέραν,
once for all καθάπαξ [ᾰπ],Adv. A. once for all, Od. 21.349 , D. 18.231 , Phld. D. 3 Fr. 23 , Jul. Or. 2.70c ;out-and-out, absolutely, οἱ κ. ἐχθροί D. 18.197 ; κ. ἄτιμ ος γέγονεν Id. 21.87 , cf.
καλαδία: ῥυκάνη , Hsch. καλάζει (fort. καλα<μά>ζει ) : ὀγκοῦται ( Achaean ), Id. κάλαθα: λάλαβοι, οἱ δὲ ἄνθη , Id. καλάθαρβα: παροινία , Id. καλαδία: ῥυκάνη, Hsch. καλάζει(fort.καλα<μά>ζει): ὀγκοῦται
κατανῑκάω , strengthd. for νικάω, ὅταν οἵ γ' ἀγαθοὶ πρὸς τῶν ἀγενῶν -νικῶνται S. Fr. 84 , cf. J. AJ 3.2.2 , PFlor. 338.11 (iii A. D.) ; ὑπὸ τῆς φθοροποιοῦ δυνάμεως Philum. Ven. 4.3 . κατανῑκάω, streng
καταστερ-όω , f.l. for καταστερίζω 1 , Palaeph. 51 :— Pass. , οἱ κατηστερωμένοι ἄνδρες prob. in Phld. D. 3.9 , cf. Sch. E. Or. 1631 . καταστερ-όω, A. f.l. for καταστερίζω 1 , Palaeph. 51 :— Pass. ,
living in κατοικ-ίδιος,ον, (α,ονonly Gp. 1.3.8 ) A. living inorabout a house, domestic, μῦς Theopomp.Hist. 258 (a); [σκύλαξ] Nic.Dam. 56 J. ;ὄρνειςGp.l.c., 2.35.5 ; ὄρνις Longus 3.6 ;οἱ κ. stay-
κελλῶσαι: πλαγιάσαι , Hsch. κελμάς , ἡ , = κεμάς , Id. Κελμίς , name of an Idaean Dactyl, also glossed by παῖς ἢ λύκιθον (sic), Id. κελοί , οἱ , = τὰ ξύλα , Id. s.v. κελέοντας . κελλῶσαι: πλαγιάσαι, H
potter κερᾰμ-εύς,έως,ὁ, A. potter, ὡς ὅτε τις τροχὸν . . κεραμεὺς πειρήσεται Il. 18.601 , cf. Hom. Epigr. 14.1 , etc.;οἱ κ., a guild at Thyatira, IGRom. 4.1205 : prov., καὶ κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει
Κορῠβαντ-ικός , ή , όν , Corybantic , σκιρτήματα Plu. 2.759b , cf. Porph. Abst. 2.21 ; οἱ τὰ K. τελούμενοι D.H. Dem. 22 . Κορῠβαντ-ικός,ή,όν,Corybantic, A. σκιρτήματα Plu. 2.759b , cf. Porph. Abst
κοσάλανον: τὸ βραχύ, καὶ τὸ δίκαιον , Hsch. κοσάλεφοι: κόλαφοι , Id. κόσβατοι , v. κοσυβάτας . κόσκικοι: οἱ κατοικίδιοι ὄρνιθες , Id. κοσάλανον: τὸ βραχύ, καὶ τὸ δίκαιον, Hsch. κοσάλεφοι: κόλαφοι, Id
λαγάσσαι: ἀφεῖναι , Hsch. (cf. λαγαίω ). λαγβατόν: ἀνατετραμμένον, οἱ δὲ λάγαν ἐμβάλλοντες , Id. λάγγα: ἡ τῇ τροφῇ διδομένη μερίς , Id. λαγάσσαι: ἀφεῖναι, Hsch. (cf.λαγαίω).λαγβατόν: ἀνατετραμμένον, ο
λᾱκέω , Dor. for ληκέω (q.v.). λάκη: ῥάκη (Cret.), Hsch. λακηδῆξαι: διαρρῆξαι , Id. λακηθμόν: ὃν οἱ Ἀττικοὶ γλωσσόκομον καλοῦσιν , Id. λᾱκέω, Dor. forληκέω(q.v.).λάκη: ῥάκη(Cret.), Hsch. λακηδῆξαι: δ
λαρωντιδῶν: ἐν τοῖς ἀθροίσμασιν ἔλεγον, ὡς ἐπῳδῶν , Hsch. λᾶς , = λᾶας , Id.; v. λαστρυγυλίας . λάσα: τράπεζα πληρεστάτη , Id. Λάσα , = Λάρισα , Id.: Adj. Λασαῖος IG 9(2).517.19 . λάσαγγες: οἱ περὶ τὰ
λέμφ-ος , ὁ ( Hsch. , pl.) or τό ( Tz. H. 6.331 ), = κόρυζα, μύξα , Lib. Decl. 33.29 , cf. Moer. p.251 P., Hsch. λ., οἱ , putrescent carcasses , Phot. , Eust. 1761.18 . Adj. snotty, drivelling , Men.
λίσφ-ος , η , ον , Att. for ἄπυγος , Moer. p.245 P.; said to be Att. for λίσπος (q. v.), Tz.ad Hes. Op. 156 . as Subst. λίσφοι, οἱ , = ἴσχια , EM 567.20 . λίσφ-ος,η,ον, Att. forἄπυγος, Moer. p.245 P.;
λόμβαι: αἱ τῇ Ἀρτέμιδι θυσιῶν ἄρχουσαι, ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν παιδιὰν σκευῆς. οἱ γὰρ φάλητες οὕτω καλοῦνται , Hsch. λομβούς: τοὺς ἀπεσκολυμμένους , Id. λομβρός , όν , in Comp. λομβρότερον , name of an in d
λοχ-ᾱγενεῖς: ἡγεμόνες, στρατηγοί, ταξιάρχάι, ἄρχοντες τῆς ἐνέδρας, οἱ συνάγοντες τοὺς στρατιώτας , Hsch. (Perh. λοχαγερεῖς , from ἀγείρω .) λοχ-ᾱγενεῖς: ἡγεμόνες, στρατηγοί, ταξιάρχάι, ἄρχοντες τῆς ἐν
λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμα δὲ μόνον, ἢ ἄνοδος δόματος , Hsch. λῠκοβᾰτίας δρυμός: ἐν ᾧ οἱ λύκοι διατρίβουσι , Id. (post λυκαιχλίας ). λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμ
λυττεῖ: πολλὰ λαλεῖ , Hsch. λύττος , Cret. word for ὑψηλός , St.Byz. s.v. Λύκτος; λυττοί (sic) : οἱ ὑψηλοὶ τόποι , Hsch. λυττεῖ: πολλὰ λαλεῖ, Hsch. λύττος, Cret. word forὑψηλός, St.Byz. A. s.v. Λύκ
μάματα: ποιήματα, βρώματα , Hsch. ; cf. μάμματα . μαματίδες: ἀναδενδράδες ( Dolopian ), Id. μαμάτραι: οἱ στρατηγοί, παρὰ Ἰνδοῖς , Id. μἀμελεῖν , Att. crasis for μὴ ἀμελεῖν . μάματα: ποιήματα, βρώματα,
Μασσᾰλία , ἡ , Marseilles , Th. 1.13 , Arist. Pol. 1321a30 , etc.:—hence Μασσᾰλιῶται or μασι-ῆται , οἱ , D. 32.8 , D.S. 14.93 , etc.:— Adj. μασι-ωτικός , ή , όν , Hp. Mul. 1.78 :—also Μασσᾰλιήτης οἶνο
large knife μάχαιρ-α[μᾰ],ας (later -ης, dat. -ῃ, PTeb. 16.14 (ii B. C.), Ev.Luc. 21.24 , etc.),ἡ, A. large knifeordirk, Il. 11.844 , 18.597 , 19.252 ; μ. ἥ οἱ πὰρ ξίφεος μέγα κουλεὸν αἰὲν ἄωρτο 3.2
regard as too great μεγαίρω,aor. ἐμέγηρα, (fromμέγας, cf.γεραίρωfromγεραρός(γέρας) prop. A. regard as too great: hence, I. grudgeone a thingas too greatfor him, μέγηρε γάρ οἱ τό γ' Ἀπόλλων Il. 23.8