ὐνθύω , Arc. , = ἀναθύω (B) 2 , τᾷ Κόρϝαι IG 5(2).554 (Melpea, vi/v B.C. ). ὐνθύω, Arc. ,= ἀναθύω(B) 2 , A. τᾷ Κόρϝαι IG 5(2).554 (Melpea,vi/v B.C.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὐνθύω , Arc. , = ἀναθύω (B) 2 , τᾷ Κόρϝαι IG 5(2).554 (Melpea, vi/v B.C. ). ὐνθύω, Arc. ,= ἀναθύω(B) 2 , A. τᾷ Κόρϝαι IG 5(2).554 (Melpea,vi/v B.C.).
ὑπαδύγια , τά , Elean for ὑποζύγια, Schwyzer 411.8 , cf. 417.3 . ὑπαδύγια,τά, Elean forὑποζύγια, Schwyzer 411.8 , cf. 417.3 .
ὑπερβώϊα (sc. ἱερά ), τά , name of a Cretan festival, Inscr.Cret. 1 . xix 1 (Malla, iii B. C. ), 1 . viii 13 . 13 (Cnosos, ii B. C. ), GDI 5040.41 (Hierapytna, ii B. C. ). ὑπερβώϊα(sc.ἱερά),τά, name o
ὕπερον , τό , v. ὕπερος, ὁ , and ὕπερα, τά. ὕπερον,τό,v. ὕπερος,ὁ,andὕπερα, τά.
ὑπέρτροπα , τά , name of a way of tuning the cithara, Ptol. Harm. 1.16 , 2.16 . ὑπέρτροπα,τά, name of a way of tuning the cithara, Ptol. Harm. 1.16 , 2.16 .
very fearful, timid, ὑπέρφοβ-ος,ον, A. very fearful, timid, Id. Eq. 3.9 ; τὸ ὑ. D.C. 58.6 . II. causal,very terrible, λέγειν τὰ φαῦλα μείζω καὶ τὰ δείν' ὑπέρφοβα Men. 497 ( v.l. for ὑπὲρ φόβον
ὑποδεσ-μέω , = foreg., in Med. , -εῖται τὰ πέδιλα Sch. A.R. 4.1515 : abs., Sch. S. Tr. 779 . ὑποδεσ-μέω,=foreg., in Med. ,-εῖται τὰ πέδιλα Sch.A.R. 4.1515 : abs., Sch. S. Tr. 779 .
cut under ὑποκόπτω, A. cut underorbeneath, στέλεχος Str. 16.4.10 ;hamstring, τὴν ἰγνύαν τινός Plu. Eum. 7 ; τένοντας ποδῶν D.H. 6.33 ; ὑποκεκομμένος τὰ νεῦρα J. BJ 6.8.4 : metaph.,ὑ. τὰ νεῦ
ὕπουρα: ὑπὸ τὰ ὄρη, Hsch. (Cf. ὑπ' οὔρει: ὑπὸ τῷ ὄρει, Phot. , Suid. ) ὕπουρα: ὑπὸ τὰ ὄρη, Hsch. (Cf.ὑπ' οὔρει: ὑπὸ τῷ ὄρει, Phot. , Suid. )
ὑριατόμος: ὁ τὰ κηρία τέμνων τῶν μελισσῶν, Id.; cf. ὕρον. ὑριατόμος: ὁ τὰ κηρία τέμνων τῶν μελισσῶν,Id.; cf.ὕρον.
an eating-festival, φαγ-ήσια(sc.ἱερά),τά, A. an eating-festival,andφᾰγησῐπόσια,τά,an eating and drinking festival, Clearch. 62 .
φαλλ-ᾰγώγια (sc. ἱερά ), τά , = φαλληφόρια , Corn. ND 30 . φαλλ-ᾰγώγια(sc.ἱερά),τά, A. = φαλληφόρια , Corn. ND 30 .
φάλυρα [φᾰ] , τά , = λάφυρα (q.v.), SIG 56.9 (Argos, v B. C. ). φάλυρα [φᾰ],τά, A. = λάφυρα (q.v.), SIG 56.9 (Argos,v B. C.).
φαμμάστρια: τὰ ψαιστά, καὶ ἑορτή τις, Hsch. φάμμη: ἄλφιτα, Id. φαμμάστρια: τὰ ψαιστά, καὶ ἑορτή τις, Hsch. φάμμη: ἄλφιτα,Id.
φενᾱ́κ-ισμα , ατος , τό , = sq., Hsch. s.v. πηληκίσματα : τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36 . φενᾱ́κ-ισμα,ατος,τό,=sq., Hsch. A. s.v. πηληκίσματα : τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36 .
show kindness, φῐλανθρωπ-έω,=foreg., A. show kindness, τὰ πρὸς ἡμᾶς PCair.Zen. 428.14 (iii B. C.); τὰ λοιπὰ φ. τῇ πόλει SIG 456.8 (Ziaelas,iii B. C.); ταῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσιν πεφιλανθρώπηκε OGI 9
to obtain redress φῐλανθρωπ-έω, = {φιλανθρωπεύομαι}, show kindness, τὰ πρὸς ἡμᾶς [[ “PCair.Zen.” 428.14 (3rd c.BC)] Refs 3rd c.BC+]; τὰ λοιπὰ φ. τῇ πόλει [[ “SIG” 456.8 (Ziaelas, 3rd c.BC)] Refs 3rd
φόα , τά , = ἐξανθήματα , Hsch. φόα,τά, A. = ἐξανθήματα , Hsch.
φοινίκ-ισμα , ατος , τό , in pl., = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 ( φοινίσματα codd.). φοινίκ-ισμα,ατος,τό, in pl., A. = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 (φοινίσματαcodd.)
φορβ-όν , τό , = φορβή : pl., φορβά, τά , Orph. A. 1113 ; φόρβα Hsch. s.v. φόρβια. φορβ-όν,τό, A. = φορβή : pl.,φορβά,τά, Orph. A. 1113 ; φόρβα Hsch. s.v. φόρβια.
φρῡγᾰν-ικός , ή , όν , = φρυγανώδης, τὰ φ. Thphr. HP 1.5.3 , 6.6.1 ; φ. ἔμβλημα Sammelb. 7361.13 (iii A. D.) : Sup. , -ώτατα τῇ προσόψει Thphr. CP 3.7.11 . φρῡγᾰν-ικός,ή,όν, A. = φρυγανώδης, τὰ φ.
φυρ-ᾱματικά , τά , = κονιατικά , Jahresh. 28.58 ( Aphrodisias ). φυρ-ᾱματικά,τά, A. = κονιατικά , Jahresh. 28.58 (Aphrodisias).
χαβίτια , τά , prob. = χαβότια , PCair.Zen. 680.20 (iii B. C.) . χαβίτια,τά, prob. A. = χαβότια , PCair.Zen. 680.20 (iii B. C.).
χοάρβηνα: τὰ γράμματα, Hsch. χοᾶσθαι: καυχᾶσθαι, Id. χοάρβηνα: τὰ γράμματα, Hsch. χοᾶσθαι: καυχᾶσθαι,Id.