ἄνδρομος , ον , = ἀνδρώδης , Hdn.Gr. 1.171 . ἄνδρομος,ον, A. = ἀνδρώδης , Hdn.Gr. 1.171 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄνδρομος , ον , = ἀνδρώδης , Hdn.Gr. 1.171 . ἄνδρομος,ον, A. = ἀνδρώδης , Hdn.Gr. 1.171 .
ἀνέεδνος , ον , v. ἀνάεδνος. ἀνέεδνος,ον, A. v. ἀνάεδνος.
ἀνέλατος , ον , = ἀνήλατος , Olymp. in Mete. 326.38 . ἀνέλατος,ον, A. = ἀνήλατος , Olymp. in Mete. 326.38 .
ἀνέμ-ιος , ον , f.l. for ἀνεμιαῖος in Ph. 1.96 , cf. Hsch. ἀνέμ-ιος,ον, A. f.l. for ἀνεμιαῖος in Ph. 1.96 , cf. Hsch.
ἀνένεργ-ος , ον , = ἀνενεργής , Serapion in Cat.Cod.Astr. 8(4).228 ( Comp. ). ἀνένεργ-ος,ον, A. = ἀνενεργής , Serapion in Cat.Cod.Astr. 8(4).228 ( Comp. ).
ἀνεξ-έλευστος , ον , = ἀνεξίτητος , Hsch. ἀνεξ-έλευστος,ον, A. = ἀνεξίτητος , Hsch.
ἀνεπαφρό-δῑτος , ον , = ἀναφρόδιτος , X. Smp. 8.15 , Com.Adesp. 123 , Alciphr. 3.60 . ἀνεπαφρό-δῑτος,ον, A. = ἀναφρόδιτος , X. Smp. 8.15 , Com.Adesp. 123 , Alciphr. 3.60 .
ἀνεπί-δηκτος , ον , f.l. for -δετος , Dsc. 5.85 . ἀνεπί-δηκτος,ον, A. f.l. for -δετος , Dsc. 5.85 .
ἀνεπι-κηρύκευτος [ρῡ] , ον , = ἀκήρυκτος , Hsch. ; πολέμιοι Procop. Aed. 4.1 . ἀνεπι-κηρύκευτος [ρῡ],ον, A. = ἀκήρυκτος , Hsch. ; πολέμιοι Procop. Aed. 4.1 .
without succour, ἀνεπι-κούρητος,ον, A. without succour, Philem. 213.2 , Onos. 3 . 2. ἀνεπι-κράτητος [ρᾰ],ον,without dominant planet, γένεσιςVett. Val. 151 . 5. ἀνεπι-κρῐσία,ἡ,inability to form a j
ἀνεπί-σκοπος , ον , gloss on ἀνεπιστάτητος , Hsch. ἀνεπί-σκοπος,ον, A. gloss on ἀνεπιστάτητος , Hsch.
exempt from billeting, ἀνεπι-στάθμευτος,ον, A. exempt from billeting, Plb. 15.24.2 :—alsoἀνεπί-σταθμος,ον, OGI 262.13 (Baetocaece), PTeb. 5.168 (ii B.C.).
ἀνεπι-στρόφητος , ον , = sq., PTeb. 27.168 (ii B.C.) . ἀνεπι-στρόφητος,ον,=sq., PTeb. 27.168 (ii B.C.).
without guardian, ἀνεπι-τρόπευτος,ον, A. without guardian, Ph. 1.219 : metaph., ib. 696 , cf. Gal. Nat.Fac. 2.3 :— alsoἀνεπί-τροπος,ον, Phryn. PS p.12 B.
ἀνερίνεος , ον , = foreg., Hermipp. 59 (s.v.l.). ἀνερίνεος,ον,=foreg., Hermipp. 59 (s.v.l.).
ἀνέτῠμος , ον , = foreg., S.E. M. 1.245 . Adv. -μως ib. 244 . ἀνέτῠμος,ον,=foreg., S.E. M. 1.245 .Adv. -μωςib. 244 .
ἀνευ-ένδοτος , ον , f l. for εὐένδοτος, Ph. 2.269 . ἀνευ-ένδοτος,ον, f l. forεὐένδοτος, Ph. 2.269 .
ἀνήδυστος , ον , v.l. for foreg., Plu. Phoc. 5 . ἀνήδυστος,ον,v.l. forforeg., Plu. Phoc. 5 .
ἀνηλ-ωτικός , ή , όν , = ἀναλ- , PLond. 2.265.10 (i A. D.) ; ἀ. μέτρον PPetr. 3p.317 . ἀνηλ-ωτικός,ή,όν, A. = ἀναλ- , PLond. 2.265.10 (i A. D.); ἀ. μέτρον PPetr. 3p.317 .
unanointed, ἀνήλειπτος,ον, A. unanointed,should be read forἀνείληπτοςin Antyll. ap. Orib. 10.13.19 :—alsoἀνήλειφος(so codd.) orἀνήλῐφος,ον, D.C. 56.30 , Philagr. ap. Orib. 5.19.10 , Hp. Ep. 17 .
ἀνηλῐφής , ές , = ἀνήλειπτος , Suid. : ἀνήλῐφος , ον , v. ἀνήλειπτος. ἀνηλῐφής,ές, A. = ἀνήλειπτος , Suid. :ἀνήλῐφος,ον, v. ἀνήλειπτος.
ἀνήμετος , ον , v. ἀνέμετος. ἀνήμετος,ον, A. v. ἀνέμετος.
ἀνηρίθευτος , ον , = ἀνερίθευτος (q.v.), GDI 5653 B (Chios, v B. C. ). ἀνηρίθευτος,ον, A. = ἀνερίθευτος (q.v.), GDI 5653 B(Chios,v B. C.).
ἀνηρίναστος , ον , = ἀνερίναστος , Hsch. ἀνήριστα: ἀνέριστα, ἄπλαστα, Id. ἀνηρίναστος,ον, A. = ἀνερίναστος , Hsch. ἀνήριστα: ἀνέριστα, ἄπλαστα,Id.