passage through, διόδ-ιον,τό, A. passage through, τὸ δ. τῆς λιθοτομίας IG 22.1035.49 (i B. C.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
passage through, διόδ-ιον,τό, A. passage through, τὸ δ. τῆς λιθοτομίας IG 22.1035.49 (i B. C.).
διοπτ-ευτήριον , τό , dub. sens. in Petos. Fr. 24 R. διοπτ-ευτήριον,τό, dub. sens. in Petos. Fr. 24 R.
διπλοί̈διον , τό , Dim. of διπλοί̈ς 1 , Poll. 7.49 . διπλοί̈διον,τό, Dim. of A. διπλοί̈ς 1 , Poll. 7.49 .
saddle-bag, panniers, δῐσάκκ-ιον,τό, A. saddle-bag, panniers, PFay. 347 (ii A. D.), PStrassb. 37.17 (iii A. D.):— Dim. δῐσακκ-ίδιον,τό, POxy. 741.2 (ii A. D.).
δισκ-άριον , τό , Dim. of δίσκος, Orib. Syn. 7.44.1 . δισκ-άριον,τό, Dim. of δίσκος, Orib. Syn. 7.44.1 .
single-bladed axe, διστραλίον,τό, A. single-bladed axe,Sch. Il. 23.851 (Lat.dextrale).δίστροπον,τό,vessel for libations, BGU 590 (ii A. D.).
διῡλ-ιστήριον , τό , gloss on ἠθμάριον , Hsch. διῡλ-ιστήριον,τό, A. gloss on ἠθμάριον , Hsch.
διφθέρ-ιον , τό , Dim. of διφθέρα, Theognost. Can. 125.25 . διφθέρ-ιον,τό, Dim. of διφθέρα, Theognost. Can. 125.25 .
διφθέρωμα , ατος , τό , = διφθέρα , Thd. Is. 8.1 . διφθέρωμα,ατος,τό, A. = διφθέρα , Thd. Is. 8.1 .
διφρ-ίδιον , τό , Dim. of δίφρος, EM 718.45 (pl.). διφρ-ίδιον,τό, Dim. of δίφρος, EM 718.45 (pl.).
διφρ-ίον , τό , Dim. of δίφρος, Tim. Lex. s.v. σκολύθρια. διφρ-ίον,τό, Dim. of δίφρος, Tim. Lex. A. s.v. σκολύθρια.
διωρύγιον [ ῠ], τό , Dim. of διῶρυξ, PLond. 1.131r633 (i A. D.) . διωρύγιον[ῠ],τό, Dim. of διῶρυξ, PLond. 1.131r633 (i A. D.).
δοκίδιον , τό , Dim. of δοκός, Harp. δοκίδιον,τό, Dim. of δοκός, Harp.
δοκίον , τό , = δοκίς , Arist. HA 532b21 , IG 11.146 A 68 (Delos, iv B. C. ), D.S. 18.42 . δοκίον,τό, A. = δοκίς , Arist. HA 532b21 , IG 11.146A68 (Delos,iv B. C.), D.S. 18.42 .
δολῐχό-πους , ὁ , ἡ , πουν , τό , = δολιχήπους. δολῐχό-πους,ὁ,ἡ,πουν,τό, A. = δολιχήπους.
δόμα (B), ατος , τό , = δῶμα , Max. 448 , = τειχίον , Hsch. δόμα(B),ατος,τό, A. = δῶμα , Max. 448 , = τειχίον , Hsch.
δοξ-άριον , τό , Dim. of δόξα, Arr. Epict. 2.22.11 , Luc. Peregr. 8 . δοξ-άριον,τό, Dim. of δόξα, Arr. Epict. 2.22.11 , Luc. Peregr. 8 .
δορᾰ́τ-ιον , τό , Dim. of δόρυ, Hdt. 1.34 , Th. 4.34 , Aen.Tact. 29.6 , Onos. 26.1 . δορᾰ́τ-ιον,τό, Dim. of δόρυ, Hdt. 1.34 , Th. 4.34 , Aen.Tact. 29.6 , Onos. 26.1 .
δορυκνίδιον , τό , Dim. of sq. 1 , Gal. 11.864 . δορυκνίδιον,τό, Dim. of sq. 1 , Gal. 11.864 .
δορύλλιον , τό , Dim. of δόρυ, Suid. s.v. ξυστόν. δορύλλιον,τό, Dim. of δόρυ, Suid. A. s.v. ξυστόν.
δοσείδιον , τό , Dim. of δόσις 11.5 , IG 14.956 A 22 . δοσείδιον,τό, Dim. of A. δόσις 11.5 , IG 14.956A22 .
δουλ-άριον , τό , Dim. of δούλη, Ar. Th. 537 , Metag. 19 , etc.; not used of male slaves, acc. to Luc. Lex. 25 , but cf. Arr. Epict. 2.21.11 . δουλ-άριον,τό, Dim. of δούλη, Ar. Th. 537 , Metag. 19 ,
δουλ-ίδιον , τό , Dim. of δουλίς, Hsch. s.v. θεράπνιον. δουλ-ίδιον,τό, Dim. of δουλίς, Hsch. A. s.v. θεράπνιον.
δοῦλος (B) : ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν, Hsch. ; cf. δωλοδομεῖς, δωλέννετος. δοῦλος(B): ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν, Hsch. ; cf.δωλοδομεῖς, δωλέννετος.