publicly renounced ἀποκήρ-υκτος,ον, A. publicly renounced: 1. of a son,disinherited, disowned, Theopomp.Hist. 309 , Poll. 4.93 , Luc. Icar. 14 , Hermog. Stat. 2. ἀποκηρ-ύξιμος,ον,to be sold by pub
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
publicly renounced ἀποκήρ-υκτος,ον, A. publicly renounced: 1. of a son,disinherited, disowned, Theopomp.Hist. 309 , Poll. 4.93 , Luc. Icar. 14 , Hermog. Stat. 2. ἀποκηρ-ύξιμος,ον,to be sold by pub
ἀπόκιστος , ον , gloss on ἀπέκτητος and ἄποκος, Hsch. ἀπόκιστος,ον, A. gloss on ἀπέκτητος andἄποκος, Hsch.
ἀπόκλᾱρος , ον , Dor. for ἀπόκληρος. ἀπόκλᾱρος,ον, Dor. forἀπόκληρος.
ἀπόλιστος , ον , = ἄπολις , Man. 4.282 . ἀπόλιστος,ον, A. = ἄπολις , Man. 4.282 .
Ἀπολλ-ωνιακός , ή , όν , = Ἀπολλώνιος 1 , Ph. 2.560 , Dam. Pr. 95 , Olymp. Vit.Pl. p.1 W. Ἀπολλ-ωνιακός,ή,όν, A. = Ἀπολλώνιος 1 , Ph. 2.560 , Dam. Pr. 95 , Olymp. Vit.Pl. p.1 W.
ἀπονύμφης , ου , ὁ , or ἀπονόστ-νυμφος , ον , = μισογύνης , Poll. 3.46 . ἀπονύμφης,ου,ὁ, orἀπονόστ-νυμφος,ον, A. = μισογύνης , Poll. 3.46 .
ἀποπληρ-ωματικός , ή , όν , = -ωτικός, δύναμις Iamb. Myst. 3.10 . ἀποπληρ-ωματικός,ή,όν, A. = -ωτικός, δύναμις Iamb. Myst. 3.10 .
ἀποπόμπ-ιμος , ον , = ἀποπομπαῖος, πάθος Ph. 1.75 : ἡμέραι,͂ἀποφράδες, Hsch. ἀποπόμπ-ιμος,ον, A. = ἀποπομπαῖος, πάθος Ph. 1.75 :ἡμέραι,͂ἀποφράδες, Hsch.
ἀπορ-ηματικός , ή , όν , = ἀπορητικός , S.E. P. 1.221 , v.l. in Gal. Nat.Fac. 2.9 . expressive of doubt, of particles, D.T. 642.26 , A.D. Conj. 258.15 . Adv. -κῶς S.E. M. 8.1 . ἀπορ-ηματικός,ή,όν, A.
ἀποσοβ-ητήριος , α , ον ,gloss on ἀλεξητήριος, Hsch. ἀποσοβ-ητήριος,α,ον,gloss onἀλεξητήριος, Hsch.
ἀπόσπονδος , ον , ̔σπονδή̓ stronger form for ἄσπονδος (q.v.), Poll. 6.30 . ἀπόσπονδος,ον , ̔σπονδή̓stronger form forἄσπονδος(q.v.), Poll. 6.30 .
ἀποτίβᾰτος , ον , Dor. and poet. for ἀπρόσβατος, S. Tr. 1030 (lyr.). ἀποτίβᾰτος,ον, Dor. and poet. forἀπρόσβατος, S. Tr. 1030 (lyr.).
ἀποτίπλαστος , ον , Dor. for ἀπροσπέλαστος, Hsch. ἀποτίπλαστος,ον, Dor. forἀπροσπέλαστος, Hsch.
ἀποτρόπ-ιμος , ον , = ἀποτρόπαιος , Hsch. s.v. ὀξυθυμία. ἀποτρόπ-ιμος,ον, A. = ἀποτρόπαιος , Hsch. s.v. ὀξυθυμία.
ἀποτρόπ-ιος , ον , = foreg., Orph. A. 481 . ἀποτρόπ-ιος,ον,=foreg., Orph. A. 481 .
ἀπόφημος , ον , = δύσφημος , Ael. NA 6.44 . ἀπόφημος,ον, A. = δύσφημος , Ael. NA 6.44 .
ἀποφῠ́τ-φωλος , ον , = foreg., Man. 4.316 . ἀποφῠ́τ-φωλος,ον,=foreg., Man. 4.316 .
ἄποχος , ον , = ἀπόχιμος, γράμματα PThead. 28.13 (iv A. D.) ,al. ἄποχον: ἀπότεχνον, ἄγροικον, μάταιον, Hsch. ἄποχος,ον, A. = ἀπόχιμος, γράμματα PThead. 28.13 (iv A. D.),al. II. ἄποχον: ἀπότεχνον,
ἄπρᾱγος , ον , = ἀπράγμων , Sm. Jd. 9.4 . ἄπρᾱγος,ον, A. = ἀπράγμων , Sm. Jd. 9.4 .
ἀπρο-στάτητος [τᾰ] , ον , = foreg., M.Ant. 12.14 ; οἶκος Hierocl. p.54A. ἀπρο-στάτητος [τᾰ],ον,=foreg., M.Ant. 12.14 ;οἶκοςHierocl. p.54A.
ἀπρό-στᾰτος , ον , = foreg., dub. in D.C. 78.20 . ἀπρό-στᾰτος,ον,=foreg., dub. in D.C. 78.20 .
ἀπρομήθ-ευτος , ον , later form for ἀπρομήθητος. Adv. -τως Suid. s.v. ἀφειδῶς. ἀπρομήθ-ευτος,ον, later form forἀπρομήθητος. Adv. A. -τως Suid. s.v. ἀφειδῶς.
ἀπροσ-δέητος , ον , = foreg., Plb. 21.23.4 ; διδασκαλίας Phld. Rh. 1.194S. ἀπροσ-δέητος,ον,=foreg., Plb. 21.23.4 ; A. διδασκαλίας Phld. Rh. 1.194S.
ἀπροσ-μήχᾰνος , ον , = foreg., Sch. A.R. 1.1053 . ἀπροσ-μήχᾰνος,ον,=foreg.,Sch.A.R. 1.1053 .